Βράδυ στο πόρτο μοναχός, κοντά τέλος Αυγούστου,
ερωτευμένος και ορφανός, πέρα πετάει ο νους του.
Στην Τσίμα εκαθότανε, στου λιμανιού την πόρτα,
και η θάλασσα καθρέφτιζε, απ΄ άκρη σ΄ άκρη φώτα.
Κοίταζε το καμπαναριό, πιο πέρα το παζάρι,
το ωραίο κομπολόι του, εκεί το είχε πάρει.
Πάει του Αγίου σκέφτηκε, πάει το καλοκαίρι,
θα ΄ρθει, θ΄ αλλάξει ο καιρός, φθινόπωρο θα φέρει.
Εχθές και τα μπασίματα, ψημένη και η σταφίδα,
ψημένος λέει και εγώ, που μια ψυχή δεν είδα.
Μουρμούριζε στη σιγαλιά, στη φεγγαροβραδιά του,
ένα τραγούδι που ΄βγαινε, μέσα απο τη καρδιά του.
“χτυπάω το κομπολόι μου, τις βυσσινί τις χάντρες,
η κάθε χάνδρα στεναγμός, σ΄ αναζητώ ευωδιά μου.
Και όπως μετράω σκέφτομαι, γιατί πονάνε οι άνδρες,
χτύπος η κάθε χάνδρα του, χτύποι και στην καρδιά μου.
Βράδιασε μάτια μου γλυκά και βγήκε το φεγγάρι,
λάμπει η χάνδρα του ουρανού, το πέλαγο χρυσίζει.
Παίξε το κομπολόι σου, μου λέει, αναστενάρη,
άλλη μια νύχτα μοναξιάς, και για τους δυο αρχίζει”.
Ωραία η νύχτα, μαγική, του Αυγούστου το φεγγάρι,
εκεί που ο ρομαντισμός, τον είχε συνεπάρει.
Ώρα να φεύγει, εκούρασε αυτή η σιωπή του μόνου,
κοίταξε προς τον Άγιο, και είπε και του χρόνου.
Αργά μετράει το πάσο του, είχε παρέλθει η ώρα,
θυμήθηκε είχε δουλειά, θα σηκωθεί αμπονώρα.




