Πάλι Θεός με φύλαξε, δεν πέρασα από κείθε
μου είπαν ένα ξωτικό, μ’ ένα γαϊδούρι ήρθε
Γαϊδου-γαϊδουρογάιδαρος, γάιδαρος μακρυμούρης
ετράβλιζε εμαρσάριζε, ο τραυλογιδοξούρης
Ήρθε να δώσει ρεσιτάλ, υπερ-παλαβομάρας
ο αηδίας μανιακός, μούτρα τση σαχλαμάρας
Στο λόγο ερετάριζε, λέξεις σε δύο μπουκούνια
μας’ το πε έπεε-σα, μικρός έπεε-σα από κού-ού-νια
Χώρος μεγάλος βρέθηκε, δεν έβαλε αγγελία
ήταν τιμή στη Ζάκυνθο, να κάμει συναυλία
Θα θέλαμε να μάθουμε, πως άνοιξε η αυλαία
φαντάζομαι τον άηδονα, με περικεφαλαία
Πλαισιωμένος με όμοιους, κεκές και λογοτέχνης
που μ’ ευχαρίστηση θα πεις, του κώλου καλλιτέχνης
Χρειάζεται η Ζάκυνθος, ρεντίκουλα και ψώνια
και κάθε ανισσόροπο, με κατρουλοκολόνια
Δε’ γειένει αυτός με τίποτα, θέλει ζουρλομανδύα
και στο γιοφύρι στο Παππού, μπηχτή κουνουπιδία
Υπάρχει ελπίδα λύτρωσης, τα γιούχα να γλιτώσει
να πάει για προσκύνημα, και κάτω να ξαπλώσει
Καλόγερος κατάχαμα, όλο σταυρούς να κάνει
για να περάσει ο Άγιος, ίσως και το νε γειάνει
Είναι μουρλός ρεντίκουλο, και βλάκας και κοθόνι
Λέγετε ό,τι θέλετε, το αυτί του δεν ιδρώνει
Εγώ σου λέει κονόμησα, σουβλάκια χίλιες μπύρες
και συ που τονε γιούχαρες, απόδειξη δεν πήρες
Ο Καραγκιόζης στα πολλά, βγάζει και εξυπνάδα
με τέτοιες κουτοπονηριές, ανθίζει η Ελλάδα




