Γράφω στιχάκια σάτιρας, στην πίκρα να γελάμε,
και μεσ΄ την τουαλέτα μας, εκεί που χαιρετάμε.
Βοηθάει, είναι φάρμακο, για τη δυσκοίλιά μας,
τελειώνουμε πιο γρήγορα, και πάμε στη δουλειά μας.
Καλά που όταν σφίγγεσαι, είναι μπελάς μεγάλος,
να σου χτυπάνε ξαφνικά, και ΄συ να λες α…άλλος.
Ένα σωρό προβλήματα, κι η πίεση μεγάλη,
το να αφοδεύσεις σήμερα, χρειάζεσαι κουτάλι.
Ξυπνάς πρωί και σέρνεσαι, κι΄ είναι πρεσάδα η ντίβα,
βγαίνει με βρόντο η πρόστυχη, πριν σβήσει λες εβίβα.
Μετά την πρώτη, δεύτερη, κάθεσαι στη λεκάνη,
και εκ…εκ…εκ… και εκ…εκ…εκ…, μα η κοιλιά δεν κάνει.
Σηκώνεσαι στα κότσια σου, πιάνεις εφημερίδα,
μη σου ΄ρθει και διαβάζοντας, να αδειάσεις τη μερίδα.
Διαβάζεις για πολιτική, και νιώθεις φουσκωμάρα,
διαβάζεις για δημόσια, σε πιάνει πλακωμάρα.
Διαβάζεις τα κοινωνικά, σφίγγεται η ψυχή σου,
διαβάζεις πόσοι έφαγαν, κόβεται η διάθεσή σου.
Διαβάζεις ποίημα Καστρινού, ξεχνιέσαι χαλαρώνεις,
στου γέλιου τη συμπίεση, αμέσως ξαλαφρώνεις.
Η πρωϊνή απόλαυση, είναι μεγάλο πράμα,
και στέλνεις οπουδήποτε, σε σελοφάν το γράμμα.
Θα φτάσει με ασφάλεια, σ΄ αυτούς τους λερωμένους,
να μάθουν πως τους έχουμε, πατόκορφα χεσμένους.
Ποιοί είναι αυτοί δεν θα σας πω, το ξέρουνε οι ίδιοι,
δεν φταίμε εμείς που έχουνε, στον κόρφο τους το φίδι.




