Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον βιβλίο από τις εκδόσεις “Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων”. Πρόκειται για το “Ημερολόγιον ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΥ του Κεφαλλήνος”. Την επιμέλεια του έκανε ο Γιάννης Ανδριόλας, ο οποίος είχε την τύχη να έρθει στα χέρια του το παλαιό χειρόγραφο. Το βιβλίο είναι ουσιαστικά ένα αυθεντικό ημερολόγιο, γραμμένο περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα από τον ομώνυμο Κεφαλλονίτη, ο οποίος έζησε για αρκετά χρόνια και στη Ζάκυνθο, κυνηγώντας έναν -άδοξο τελικά- έρωτα στο πρόσωπο της αρχοντοπούλας Μαρίας Λούντζη.
Ο Αντώνιος Μελισσηνός υπήρξε νομικός, ποιητής και συνθέτης, από αριστοκρατική οικογένεια της Κεφαλλονιάς.
Ο Μοτσενίγος τον αναφέρει στους ήσσονες επτανήσιους μουσουργούς: “νομικόν και ποιητήν αποθανόντα το 1899, όστις μελοποίησε τους χορούς του μονόπρακτου δράματός του “Τα βουνίσια παλικάρια”. Ο χορός του “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα ηγαπήθη ιδιαιτέρως υπό του λαού της Κεφαλληνίας”.
Θα ήταν ενδιαφέρον λοιπόν να επιχειρήσουμε να συγκεντρώσουμε μέσα από το βιβλίο κάποιες πληροφορίες της εποχής εκείνης γύρω από το θέατρο και τη μουσική της Ζακύνθου.
Κατά το παρελθόν έχουν γραφτεί πολλές αξιόλογες μελέτες για την πλούσια πολιτιστική παράδοση του νησιού (Σπύρος Μοτσενίγος, Διονύσιος Ρώμας, Λεωνίδας Ζώης, Νίκος Βαρβιάνης κ.ά ). Σύμφωνα με τον Λεωνίδα Ζώη, η αγάπη των Ζακυνθινών για την τέχνη οφείλεται στις φυσικές ομορφιές του νησιού, οι οποίες “διέπλασαν τον όλον ζωήν και κίνηση Ζακύνθιον λαόν, εγέμισαν την ψυχήν του από καλλονάς, ώξυναν τις αισθήσεις του και εξήψαν την φαντασίαν του εις μουσικήν και ποίησην”. Αυτή η αγάπη για τις τέχνες και ιδιαίτερα για τη μουσική γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ζωής των Ζακυνθινών, που διατηρείται στο πέρασμα του χρόνου και φτάνει στο αποκορύφωμά της το 19ο αιώνα. Ο Διονύσιος Ρώμας έγραψε χαρακτηριστικά το 1964: “Έτσι ο 19ος αιώνας […] είναι ουσιαστικά, για τους νησιώτες τουλάχιστον, η μεγάλη περίοδος της Όπερας. Θέατρο τώρα πια για τον Εφτανησιώτη σημαίνει Μουσική! Κι αυτό όχι μόνο για μια ορισμένη τάξη από λεπτεπίλεπτους dilettanti! Πρόκειται για ένα καθολικό φαινόμενο. […] Αριστοκράτες και ποπολάροι ρίχνουνται με την ψυχή τους στην απόλαυση του Μπελ Κάντο. Το αυτί τους αρπάζει και τις πιο ανεπαίσθητες ακόμα παραφωνίες! Μισούνε το φάλτσο όσο (ή σχεδόν όσο) και τους σεισμούς!”.
Το “Ημερολόγιο”
Σε αυτό, ο Μελισσηνός αναφέρει περίπου τριάντα επισκέψεις του στο θέατρο, αν και προτιμά περισσότερο να περιγράφει τα όσα γενικότερα συμβαίνουν στην αίθουσα και στα θεωρεία, (και πολύ περισσότερο στο θεωρείο της αγαπημένης του), παρά να κάνει σχόλια για τις παραστάσεις. Εύκολα συμπεραίνει κάποιος διαβάζοντας αυτές τις περιγραφές και τα διάφορα σχόλιά του, ότι η θεατρική αίθουσα ήταν και τόπος συνάντησης, ερωτικών διεκδικήσεων και πολιτικών συγκρούσεων. Ήταν, επομένως, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής του νησιού.
Οι παραστάσεις της όπερας
Στις 28.01.1852 το θέατρο παρουσίασε την όπερα Ναμπούκο (Ναβουχωδονόσωρ) του Βέρντι. ( Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία στις 9/3/1842 με το τίτλο “Ναβουχωδονόσωρ”. Το όνομα Ναμπούκο δόθηκε σε μια παράσταση του έργου στην Κέρκυρα, το Σεπτέμβρη του 1844, και έκτοτε καθιερώθηκε το όνομα αυτό).
Για τα έτη 1853- 1857, δεν έχουμε καμία σαφή πληροφορία ή άλλου είδους αναφορές σε θεατρικές παραστάσεις. Εύλογα συμπεραίνουμε ότι δεν θα πρέπει να δόθηκαν παραστάσεις την περίοδο εκείνη, πιθανότατα λόγω της επιδημίας χολέρας. Και ο Λ. Ζώης αναφέρει στη μελέτη του ότι δεν επετράπησαν οι θεατρικές παραστάσεις τα έτη 1855-56 και 1856-57 «ένεκα της καταμαστιζούσης την νήσον χολέρας κατά τα έτη εκείνα και της νόσου των αμπέλων, εξ ων αιτίων εις μεγίστην είχε περιέλθει η νήσος Ζάκυνθος οικονομικήν κρίσην».
Στις 13.02.1857 παρουσιάστηκε η “beneficiata dell Buffo Comico”. Υποθέτουμε ότι θα είχαν προηγηθεί και οι κανονικές παραστάσεις του θιάσου, πριν την (ή τις) ευεργετική (-ές).
Τον Φεβρουάριο του 1857 παρουσιάστηκε το έργο Η πτώση του Μεσολογγίου. Πρόκειται πιθανότατα για το ballo eroico Ultimo giorno di Missolungi (Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου) του Βιβιάνι το οποίο αποτίνει φόρο τιμής στην ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.
Στις 13.03.1857 στο θέατρο ερμήνευσαν δύο μουσικά κομμάτια του ίδιου του Μελισσηνού: “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα’ και το φινάλε από ‘Τα βουνίσια παληκάρια”, τα οποία έτυχαν ενθουσιώδους αποδοχής, όπως περιγράφει ο ίδιος: “Ήταν ένας θρίαμβος. Ο κόσμος φώναζε και με καλούσε στη σκηνή, εγώ όμως δεν δεχόμουν. Ήλθαν πολλοί στο θεωρείο μου και με καλούσαν να βγω. Σηκώθηκα όρθιος και ευχαριστούσα και, επειδή δεν σταμάτησαν να φωνάζουν, παρουσιάστηκαν από το θεωρείο της Επιτροπής, αλλά ματαίως. Με ήθελαν στη σκηνή και εμπόδιζαν την ορχήστρα να συνεχίσει. Προτίμησα να βγω από το θέατρο για να ηρεμήσουν”. Αυτό δεν ήταν το μοναδικό έργο του Μελισσηνού που παίχτηκε στο θέατρο της Ζακύνθου. Ο Λ. Ζώης μας πληροφορεί ότι: “το 1864 παίχτηκε το έργο Ο Ιερεύς της Φιλικής Εταιρείας υπό του Κεφαλλήνος Μελισσηνού”, χωρίς δυστυχώς να δίνει περαιτέρω πληροφορίες.
Την Πρωτοχρονιά του 1858 δόθηκε παράσταση της όπερας Τροβατόρε του Βέρντι, η οποία μάλιστα στάθηκε αφορμή οξύτατων αντιπαραθέσεων. Να σημειώσουμε εδώ ότι η παγκόσμια πρώτη αυτής της όπερας δόθηκε στη Ρώμη στις 19.01.1853, μόλις πέντε χρόνια πριν την παράσταση στη Ζάκυνθο. Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της έντονης μουσικής ζωής του νησιού, αφού τόσο σημαντικές παραστάσεις περιόδευαν εκεί σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, αν λάβουμε υπόψιν τις συνθήκες του 19ου αιώνα.
Στις 24 Φεβρουαρίου 1858 ο Μελισσηνός καταγράφει χρήσιμες πληροφορίες για την παρουσία της καλλιτέχνιδος Γιατρά στο νησί. Ως συνήθως, δεν αναφέρει το όνομα του έργου το οποίο παρουσιάστηκε. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Καρρέρ, συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για την opera seria Isabella d’ Aspeno ( Ισαβέλλα εκ του Ασπένου),της οποίας η παγκόσμια πρώτη δόθηκε στο San Giakomo της Κέρκυρας, ενώ η διδασκαλία στη Ζάκυνθο δόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1858.
Συγκεκριμένα γράφει: “Το θέατρο φιλοξενεί τη νεαρή Ζακυνθινιά πριμαντόνα Ισαβέλλα Γιατρά, με σπουδές στην Ιταλία και ιμπρεσσάριο τον πατέρα της. Στην Επιτροπή του θεάτρου είναι ο Γ. Μελισσηνός, ο Δ. Μεσσαλάς και ο Γ. Βλαστός, οι οποίοι παρεξηγήθηκαν με τον ιμπρεσσάριο αλλά και με τον Τοποτηρητή που συμπαθούσε την Γιατρά επειδή είχε Αγγλίδα μητέρα. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας πόλεμος ανάμεσα στους συμπαθούντες τον Γιατρά και την κόρη του και τους συμπαθούντες την (κοντράλτο) Barbetti. Η πλατεία, βλέποντας την αντιπάθεια των θεωρείων προς τη Γιατρά, πήγε με το μέρος της και άρχισε να τη ζητωκραυγάζει. Ο ανταγωνισμός ήταν τόσο έντονος ώστε γρήγορα πήρε κομματικό χαρακτήρα και εξελίχτηκε σε πόλεμο της Δημοκρατίας εναντίον της Αριστοκρατίας. Δυστυχώς και η Μαρία μου, νέα και άπειρη, παρασύρθηκε από τους συγγενείς σ΄αυτόν τον χαμηλού επιπέδου πόλεμο. Οι Αριστοκράτες ήταν με την κοντράλτο Barbetti, την οποίαν επευφημούσαν και κάποια στιγμή, την ώρα που τραγουδούσε, έβαλαν τη Μαρία να πετάξει στη σκηνή ωραιότατες καμέλιες. Αυτό όμως χειροτέρεψε τα πράγματα. Οι οπαδοί της Ισαβέλλας άρχισαν να την υποστηρίζουν με περισσότερη θέρμη. Το τραγικό όμως συνέβη όταν εκείνος ο αχρείος Γιάννης Βούλτσος πέταξε από το θεωρείο του, πάνω στη σκηνή, ένα ψόφιο ποντίκι τυλιγμένο σε χαρτί. Η πλατεία του θεάτρου άρχισε να μαίνεται κατά των Αρχόντων. Τα θεωρεία άδειασαν γρήγορα και, από φόβο, παρέμειναν κενά για αρκετές μέρες”.
Η διαμάχη για τις δύο αοιδούς συνεχίστηκε και σε μια ευεργετική, όπως διαβάζουμε λίγο παρακάτω: “…οι Άρχοντες εξακολουθούσαν προκλητικά να υποστηρίζουν την Barbetti. Έβαλαν μάλιστα τη Μαρία να συγκεντρώνει χρήματα για την ευεργετική της. Θα τραγουδούσε Τραβιάτα. [...] Μαθαίνοντας αυτά, οι οπαδοί της Γιατρά έκαναν τη δική της ευεργετική”.
Αυτή η λεπτομερής περιγραφή δείχνει καθαρά πόσο φανατίζονταν οι Ζακυνθινοί με την όπερα, μέσα από την οποία έβρισκαν διέξοδο να εκφραστούν και οι πολιτικές τους διαφορές. Είναι προφανής ο κοινωνικός χαρακτήρας της σύγκρουσης στη θεατρική αίθουσα, με τους λαϊκούς να υποστηρίζουν τη Γιατρά και τους ευγενείς να επευφημούν την Ιταλίδα αοιδό. Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν περίτρανα τον Ρώμα όταν περιγράφει τον Ζακυνθινό του 19ου αιώνα: “Το μόνο που τον ενδιαφέρει, ξέχωρα από τον έρωτα και το θέατρο, είναι η πολιτική. Τούτη όμως η έμφυτη μανία του Ζακυνθινού να κομματίζεται και να φανατίζεται, αντί να λιγοστεύει την προσήλωσή του στους θεατρικούς μικροανταγωνισμούς και να τραβάει την προσοχή του σε βασικότερα πολιτικά (ή έστω κομματικά) προβλήματα, φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Στο τέλος καταντάει ν’ αψηφάει κάθε γενικής σημασίας θέμα και να περιορίζει αποκλειστικά το φανατισμό του σε ενδο-θεατρικές διαμάχες”.
Από όσα αναφέραμε παραπάνω, είναι ολοφάνερη η αγάπη και ο ενθουσιασμός με την οποία το κοινό περιέβαλε τα έργα αλλά και τους ανθρώπους της Τέχνης, μέσα σε ένα θέατρο ζωντανό, όπου οι θεατές εκδήλωναν με πάθος τις προτιμήσεις τους και τη συμπάθειά τους (ή όχι) προς τον καλλιτέχνη και τη δημιουργία του. Ίσως αυτό το έντονο ταμπεραμέντο του κοινού ήταν ο λόγος που ήδη το 1851 “το Επαρχείο Ζακύνθου (Δημαρχία) δημοσίευσε διατάξεις που αφορούσαν τους θεατές”. Ανάμεσα στα χρέη των θεατών διαβάζουμε: “Η ευπρέπεια, η σιωπή και η τάξις είναι τα κυριότερα καθήκοντα των εις το θέατρο εισερχομένων . Οσάκις θέλει να επευφημήσει τινά, δύναται να πράξει τούτο χειροκροτών απλώς και εντός των ορίων της κοσμιότητος, πάντοτε όμως εις το τέλος του άσματος ή άλλου μουσικού τεμαχίου”. Οι διατάξεις αυτές ήταν μια προσπάθεια –πολύ πιο πρώιμη απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα- να καλλιεργηθεί μια σωστή θεατρική συμπεριφορά.
Η εκκλησιαστική μουσική
Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο της μουσικής παράδοσης του νησιού είναι η εκκλησιαστική μουσική. Μετά την παράδοση της Κρήτης στους Βενετούς, πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν στα Επτάνησα, ιδίως στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα, μεταδίδοντας εκεί – μαζί με όλα τα άλλα- και την ψαλτική τους: μια ‘δυτικίζουσα’ Κρητική σχολή στο χώρο της Βυζαντινής παράδοσης. Η ‘Κρητική μουσική’ αγαπήθηκε στα Επτάνησα , αφομοιώθηκε από τους ντόπιους και καλλιεργήθηκε ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε νησιού. Από όσες μελέτες έχουν γίνει ως τώρα, είναι εμφανές ότι το ζακυνθινό ιδίωμα διέφερε ελάχιστα από το κερκυραϊκό αλλά αρκετά από το κεφαλλονίτικο.
Στο Ημερολόγιο, τη ζακυνθινή μουσική σχολιάζει εκτενώς ο Μελισσηνός:
“Λαμπρή: Επήγα εις τον Άγιο Διονύσιο. Πόσον με είναι ανυπόφερτη η μουσική της εκκλησίας, ην εδώ μεταχειρίζονται. Ακούει τις φωνάς ωραίας, και συχνά ύφος μουσικόν και αρμόδιον, όμως εις το μεταξύ αυτού και ύφος γελοίον και θεατρικόν και εξόχως, εκείνον τον γαργαρισμόν οπού νοστιμεύονται να κάμνουν οι ψάλται, πράγμα κατά την γνώμην μου αηδέστατον.Πόσον εις τούτα τα μέρη η εκκλησιαστική μουσική δεν συντίνει και επί του μουσικού ύφους του λαού, περισσότερον βέβαια παρά το θέατρον διότι εις αυτό σπανίως πηγαίνει, οπού εις την εκκλησίαν καθημερινώς.
Και το όντι, ακούω έξω τα τραγούδια του λαού όταν τραγουδώσι το εσπέρας ενωμένοι πολλοί, να φέρωσι πολύ εκ του ύφους της μουσικής των εκκλησιών, ως επίσης και οι ψάλται τούτων να μειγνύουν ύφος και τεμάχια κοσμικής μουσικής του θεάτρου εις τας εκκλησιαστικάς μελωδίας. Ανάγκη ουν οποία, να σχηματισθεί καλά εκκλησιαστική μουσική. Πόσον τούτο δεν θέλει ωφελήσει το μουσικό ύφος του λαού”.
Ο μουσικός Μελισσηνός λοιπόν αποδοκιμάζει φανερά το ζακυνθινό εκκλησιαστικό ιδίωμα με πολυφωνικές επιδράσεις, ενώ προκρίνει εκείνο της πατρίδας του. Επομένως, υπάρχει ήδη στα μέσα του 19ου αιώνα, σαφής διάκριση των δύο ειδών καθώς και έντονη αμφισβήτηση. Πέρα όμως από αυτήν την αρνητική κριτική, από τα γραφόμενά του συμπεραίνουμε και κάτι άλλο: τα τραγούδια που τραγουδούσε ο απλός κόσμος ήταν έντονα επηρεασμένα από τις εκκλησιαστικές μελωδίες (αφού η εκκλησία ήταν το μέρος που πήγαινε πιο συχνά και όχι το θέατρο) αλλά και η εκκλησιαστική μουσική συχνά επηρεαζόταν από την κοσμική. Υπήρχε λοιπόν μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ τους που αποδεικνύει για άλλη μια φορά την έντονη παρουσία της μουσικής σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και τις ζυμώσεις που επέρχονταν. Γι’ αυτό και ο Μελισσηνός εκτιμά ότι αν δημιουργηθεί σωστή εκκλησιαστική μουσική, αυτό θα επηρεάσει θετικά τα ακούσματα του κόσμου και θα οδηγήσει σε μια πιο ‘σωστή’ αντίληψη περί μουσικής.
Στην παρούσα παρέμβαση, θεωρούμε ότι καλύψαμε κάποιες άγνωστες και ασαφείς πτυχές της μουσικής ζωής της Ζακύνθου κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, έτσι όπως απεικονίζονται στο ημερολόγιο του Αντωνίου Μελισσηνού. Οι απόψεις του για την μουσική ζωή του νησιού προσθέτουν λίγα αλλά σημαντικά στοιχεία στα υποτυπώδη που γνωρίζουμε για την περίοδο κατά την οποία γράφεται το ημερολόγιο. Αν και οι απόψεις του Μελισσηνού για τη μουσική μοιάζουν να χαρακτηρίζονται πολλές φορές από ρομαντική διάθεση, κι επιπλέον διαφαίνεται ακόμα και μια κοσμοπολίτικη προσέγγιση, εν τούτοις τα στοιχεία αυτά αποτελούν αδιάσειστες μαρτυρίες, οι οποίες ενδεχομένως θα συμβάλλουν στη μελέτη της μουσικής ιστορίας της Ζακύνθου κατά το 19ο αιώνα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Σπ. Μοτσενίγος, Νεοελληνική Μουσική, Αθήνα 1958
2.Διον. Ρώμας, “Το Επτανησιακό Θέατρο”, περ. Νέα Εστία, τευχ. 899, Αθήνα 1964
3.Λεων. Ζώης, “Ιστορικαί σελίδαι Ζακύνθου”, περ. Αττική Ίρις , Αθήνα 1898, τευχ. 8, 9, 10-11.
4.Μ.Φ. Δραγούμης, “Παρατηρήσεις για την τροπική δομήτων οκτώ Αναστάσιμων Απολυτίκιων της Ζακύνθου σε αντιπαραβολή με τα αντίστοιχα νεοβυζαντινά μέλη”, περ. Απόψεις τευχ.5, Αθήνα 1989, σ. 177
5.Γιώργος Λεωτσάκος, “Παύλος Καρρέρ, Απομνημονεύματα και εργογραφία”, Μουσείο Μπενάκη, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2003.
*Η Αργυρώ Κωνσταντινάκου,
είναι Εκπαιδευτικό Αγγλικών (2ο Ρίζας Δημ. Σχ.), Θεατρολόγος,
και Υπεύθυνη του Παιδικού τμήματος της ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ




