Έχω κοντά ένα γείτονα, άρχοντα με σκυλάκια,
τα στέλνει σε θελήματα, και αυτά παίρνουν χαδάκια.
Ιδρώνω στη λιγούρα μου, τη σβήνω με ψωμάκι,
και αυτά τα γλειφιτζούρικα, μου τρώνε παϊδάκι.
Χρόνια πολλά παρατηρώ, και δεν καταλαβαίνω,
να τρώω εγώ σαν ορφανό, και τα σκυλιά ψημένο.
Λιώνω, δουλειά και κούραση, στη ζέστη που ζαλίζει,
κι αυτά τα πούστικα εκεί, στον κήπο που δροσίζει.
Τα λένε κομματόσκυλα, μια χαρά περνάνε,
γιατι στο δείπνο τους, κι αυτά, θα μείνει και θα φάνε.
Καμιά φορά τι να σας πω, βγαίνω και κάνω χάζι,
το κάθε ζώο, του γείτονα στα μάτια τον κοιτάζει.
Σηκώνονται στα δυο τσου, με κρεμασμένη γλώσσα,
και με κινήσεις, μορφασμούς, τσου λέει, γύρευε πόσα.
Αυτά μετά ξεχύνονται, γωνίες κατουρούνε,
δηλώνουνε το κόμμα τσου, και οριοθετούνε.
Γαυγίζουνε περαστικούς, με αισθήματα κτηνώδη,
γαντζώνονται, βατεύουνε, του καθενός το πόδι.
Κοίτα τα κομματόσκυλα, πόσο καλά περνάνε,
μας χέζουν, μας σκουπίζουνε, και μας παρακαλάνε.
Βοήθεια φίλοι γείτονες, βοηθήστε την Ελλάδα,
δώστε απ΄ το υστέρημα, ζείστε με ριγανάδα.
Ζείστε με το λιγότερο, και να συμμορφωθείτε,
γιατί μετά την άρνηση, όλοι θα ταπωθείτε.
Το είδα εγώ το όνειρο, πολλά θα γκαινιαστούμε,
είναι σαφές το μήνυμα, να τουρλοκολιαστούμε.
Σε αυτή τη στάση μοιάζουμε, λίγο με τα σκυλάκια,
αλλά ποτέ δεν πρόκειται, να φάμε παϊδάκια.




