Ζάκυνθος, 12/02/2012   24ωρη ροή ειδήσεων από τη Ζακυνθινή επικαιρότητα, τα Ιόνια Νησιά και τους απόδημους Επτανήσιους ανά τον κόσμο.             Επικοινωνήστε με την Ημέρα

“Άι Λάζαρος, Η Γειτονιά μου Ταξίδια στα μονοπάτια του χθες”

Συντάκτης: Ημέρα τση Ζάκυθος    Θεματική κατηγορία: Συνεργασίες     Δημοσίευση: 12 Ιουλίου 2010

Πατρίδα για κάθε άνθρωπο θεωρείται ο ιδιαίτερος χώρος στον οποίο γεννιέται, ζει και απολαμβάνει τα ποικίλα αγαθά της ζωής.
«Δε ζει χωρίς πατρίδες η ανθρώπινη ψυχή», μας υπενθυμίζει ο Κωστής Παλαμάς, επιβεβαιώνοντας την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να δεθεί συναισθηματικά με τη γενέθλια γη, ν’ αγαπήσει το άμεσο περιβάλλον και να βρίσκει πάντα τον τρόπο, σα μαγνητισμένος από μια ακατανίκητη έλξη, να τονίζει την αγάπη του προς την πατρίδα του, προς ό,τι συγκεκριμένο και χειροπιαστό παρουσιάζει.
Ο δεσμός με τη γενέτειρα είναι δεσμός μητρικός και αποτελεί τον κεντρικό πόλο γύρω από τον οποίο στρέφεται η ζωή του ανθρώπου, αφού μπορεί, όπως έχει λεχθεί, να γεννηθήκαμε εφήμεροι, αλλά δε γεννηθήκαμε μετέωροι.
Πατρίδα, και μάλιστα με ισχυρότατη κεντρομόλο δύναμη, είναι και η Ζάκυνθος και δεν πιστεύω ότι υπάρχει Ζακυνθινός που να μη νιώθει τον «ομφάλιο λώρο» που τον δένει με το νησί του, που να μην παραδέχεται ότι η σχέση του μ’ αυτή τη συγκεκριμένη πατρίδα είναι ερωτική. Και δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος, ντόπιος ή ξένος, που να μην έχει δεχτεί τον ηλεκτρισμό που εκπέμπει η ατμόσφαιρα, αυτό το διάχυτο ερωτισμό που καταργεί τη ματαιότητα και που γίνεται σιγά – σιγά αγάπη βαθιά, η οποία μετατρέπεται σε αγιάτρευτη νοσταλγία κάθε φορά που βρίσκεται μακριά της.

“Ποιος πάτησε το χώμα σου
γλυκό μου μοσχονήσι
κι έφυγε δίχως στεναγμό
και δίχως να δακρύσει;”
αναρωτιέται ο Τσακασιάνος, ο τρυφερός «σπουργίτης ποιητής», το απόλυτο σύμβολο της ψυχολογίας του ζακυνθινού, για να συμπληρώσει
“Συ πούχες φήμη ξακουστή
και γλέντια κι ωμορφάδες
πούτανε οι ώρες σου βιολιά
κι οι μέραις σου γιορτάδαις,
πούχες το γέλιο αδιάκοπο
κι ατέλειωτα τραγούδια
μες του λαού σου την καρδιά,
στ’ αφράτα σου αγγελούδια,
κι ήσουν στα αισθήματα, στο νου,
στα κάλλη απ’ όλους πρώτη
κι ο ξένος μες τους κόρφους σου
εύρισκε γεια και νιότη”.

Αυτή η ερωτική φύση, αυτή η ηδυπαθής ατμόσφαιρα υμνήθηκε ανεπανάληπτα από το Φώσκολο και τον Κάλβο και αποθεώθηκε από τον Ξενόπουλο και το Ρώμα. Αυτή η γη «μία των ωραιοτέρων απ’ όσες περικυκλώνει η θάλασσα και καμαρώνει ο ουρανός» σύμφωνα με τον Τυπάλδο, «καταδίκασε» τους Ζακυνθινούς να ζήσουν ως «σπουργίτες», όπως, δηλαδή, τα συμπαθητικά εκείνα πουλάκια που δεν αποδημούν σ’ άλλα μέρη.
Ένας «σπουργίτης» είναι και ο Γιάννης Δεμέτης, που τον συναντήσαμε πριν από δέκα, περίπου, χρόνια να κοιτάζει τη ζακυνθινή θάλασσα και να διηγείται ιστορίες για ψαράδες, καραβομαραγκούς και καϊκτσήδες στο βιβλίο του «Της θάλασσας». «Σπουργίτης» είναι και μέσα στη χώρα και μάλιστα στη γειτονιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στον «Άι Λάζαρο, τη γειτονιά του».
Το βιβλίο του «Άγιος Λάζαρος. Η γειτονιά μου. Ταξίδια στα μονοπάτια του χθες» πρωτοκυκλοφόρησε το 1995 από τις εκδόσεις «Οι φίλοι του Περίπλου» και επανακυκλοφόρησε το 2010 σε β΄ έκδοση, από τις εκδόσεις «Τρίμορφο». Στο εξώφυλλο, η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, όπως ήταν προσεισμικά, και στο οπισθόφυλλο ερείπια της γειτονιάς από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953 και λίγες αράδες από τον επίλογο του βιβλίου.
Με δύο προλόγους, έναν του Νίκια Λούντζη και έναν του Διονύση Βίτσου, μια αφιέρωση με αποδέκτες αγαπημένα του συγγενικά πρόσωπα και πνευματικούς του οδηγούς και με δύο σημειώματα του ίδιου του συγγραφέα, ένα από κάθε έκδοση, ο Άγιος Λάζαρος, η γειτονιά του, η συνοικία που οριοθετείται από την Καμάρα στα νότια, την πλατεία του Αγίου Παύλου στα βόρεια, τα Καμίνια στα δυτικά και το Μακρύο Καντούνι στα ανατολικά, ζωντανεύει στην προσεισμική ζωή της, ανασταίνονται οι παλαιότεροι κάτοικοί της και ξαναλειτουργούν τα μαγαζιά της μέσα από τη νοσταλγική μνήμη και την ευαίσθητη αφήγηση του συγγραφέα.
Το βιβλίο είναι γραμμένο με παρατακτικό τρόπο και περιέχει πενήντα σύντομα κεφάλαια, στα οποία ο συγγραφέας παρακολουθεί τη ζωή της γειτονιάς του, καταθέτει με πολλή αγάπη και συγκίνηση τις αναμνήσεις του από το πατρικό σπίτι και τους γονείς του, μας ξεναγεί σε μαγαζιά, εργαστήρια και ταβέρνες, θυμάται παρατσούκλια και καταγράφει κατάρες, παίζει με την ψυχή του, απολαμβάνει πανηγύρια και αντέτια, μνημονεύει γείτονες και επαγγέλματα και αποδεικνύεται πολυτεχνίτης, με την έννοια της γνώσης όλων των επαγγελμάτων που αναφέρει, καθώς και την εργαλείων που χρησιμοποιούσαν.
Πρέπει να ομολογήσω ότι ξεκινώντας τη μελέτη του βιβλίου, με την περιγραφή της οδού Αγίου Λαζάρου και την απαρίθμηση επωνύμων και μαγαζιών, διέκρινα μια στατικότητα, μια ακινησία ή δυσκινησία. Αυτές οι σελίδες έμοιαζαν περισσότερο με πίνακες στατιστικής της Υπηρεσίας Απογραφών, έτσι όπως αραδιάζονταν τα νούμερα των σπιτιών και τα ονόματα των ανθρώπων που τα κατοικούσαν. Η εξέλιξη γινόταν αργοβάδιστη και άρχισα να ανησυχώ ότι δεν θα κατόρθωνα να τελειώσω την ανάγνωση του βιβλίου. Και ξαφνικά, γυρνώντας σελίδα, τα πρόσωπα άρχισαν να κινούνται, να μιλούν, να συζητούν ολοένα ασταμάτητα, να μαλώνουν, να στήνουν φάρσες, να σκαρώνουν μάντσιες, να εργάζονται, να τραγουδούν. Άρχισε σιγά – σιγά η περιέργεια να ξυπνάει και να ζεσταίνεται το ενδιαφέρον γι’ αυτούς τους ανθρώπους και για τη ζωή τους, που κύλησε σ’ αυτό το συγκεκριμένο χωροχρόνο, στον προσεισμικό Άι Λάζαρο.
Ανακάλυψα, λοιπόν, σ’ έναν και μοναδικό δρόμο, στην οδό Αγίου Λαζάρου, περίπου είκοσι λαδέμπορους, τριάντα ταβερνιάρηδες και άλλους τόσους μπακάληδες και τσαγκάρηδες, καμιά δεκαριά χάνια και σε εντυπωσιακούς αριθμούς φανοποιεία, ξυλουργεία, μύλους και αλευρόμυλους, μανάβικα, οινολογικά εργαστήρια, τυροκομεία, αποθήκες, τροχεία, φαβραρεία, καφενεία, πεταλωτήρια, καροποιεία, οπλουργεία, γανωτήρια, βαμαράδικα, εργοστάσιο μακαρονοποιίας, σαπουναρεία, εμπορικά, κρεοπωλεία, ζαχαροπλαστεία, πρατήρια ψωμιού, καλαθοπλεκτήρια, επιπλοποιεία, στάβλους, μπρουτζοχυτήρια, ενοικιάσεις ποδηλάτων, κατασκευές σάκων για λιτρουβεία, αποθήκες για κάρβουνα και ασβέστη, εμπόρια αυγών, πουλερικών και υφασμάτων, βιοτεχνία ποτοποιείας, καφενεία, κουρεία για ξύρισμα και ξεψείρισμα, διορθώσεις ομπρελών και βάζα με βδέλλες για αφαίμαξη, και λίγο πιο πάνω και καμίνια, καμίνια που ο Τσακασιάνος νοσταλγεί στην ξενιτιά του και γράφει:

“Εγώ που τα καμίνια μας
τάχα ψυχή και φως μου
που μ’ όλαις δεν θα τ’ άλλαζα
τις φάμπρικες του κόσμου”.

Ένας ολόκληρος κόσμος άρχισε να ξυπνάει και να πηγαινοέρχεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας μεταμορφώνεται σ’ έναν τέλειο ρεπόρτερ. Όλα τα βλέπει, όλα τα ακούει, όλα τα πιάνει, τίποτα δε θέλει να του ξεφύγει και θέλει να τα πει όλα, όπως τα είδε, όπως τα άκουσε. Γι’ αυτό το βιβλίο αποτελεί μια σημαντική μαρτυρία για το πνεύμα εκείνης της εποχής.
Η τέχνη που βρίσκεται στην ικανότητά του να διαγράφει μέσα σε λίγες γραμμές τη μορφή και τη σκέψη των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας αναμνήσεις από την πρώτη του νεότητα. Πρόκειται για ένα βιβλίο που το διέπει ένας προσωπικός τόνος, ο πόνος της νοσταλγίας για μια εποχή που πέρασε, για τη γειτονιά που εξαφανίστηκε, για τους ανθρώπους που έφυγαν, για τα χρόνια της αθωότητας. Ο σκοπός του οριοθετείται με την προσωπική του μαρτυρία να διασώσει την εικόνα της γειτονιάς του.
Διηγείται και αφηγείται όσα γνώρισε με αυτοψία χωρίς εξάρσεις, χωρίς πάθη και οι σελίδες του σε ορισμένα σημεία θυμίζουν ημερολόγιο που καλύπτει το χρόνο διαμονής του σ’ αυτή τη γειτονιά. Όμως, δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση της προσωπικής ιστορίας κάποιων γειτόνων του, αλλά ενδιαφέρεται και για την απεικόνιση των ηθών, των συνηθειών, των παραδόσεων, ακόμη και των προλήψεων και όλα αυτά αξιοποιούνται από το συγγραφέα χωρίς να προσθέσει περιττό φόρτο λεπτομερειών.
Ο συγγραφέας θυμάται και αντλεί από το πλούσιο απόθεμα των αναμνήσεων. Θυμάται τη γειτονιά του, που με τις πρώτες εντυπώσεις και συγκινήσεις από την απλή ζωή της έθρεψε και γονιμοποίησε τη νοσταλγία και τις λυρικές δυνατότητες της ψυχής του. Γράφει και από την πένα του ξεχύνεται ένας ολόκληρος χείμαρρος από προσωπικές εντυπώσεις και επεισόδια. Όλο το βιβλίο είναι ένα συγγραφικό πρότυπο αναμνήσεων, με καλά διαλεγμένα τα αντικείμενα, τα πρόσωπα και οι δραστηριότητες.
Γράφει με επιμέλεια και ένα ακόμη σημείο που ξεχωρίζει είναι η λεπτομερής περιγραφή της τέχνης και των εργαλείων επαγγελμάτων που η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη τα προσπέρασε και τα αχρήστευσε.
Λέει στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο Γιώργη Μαρούδα το σαμαρά: «Μου άρεσε να χαζεύω τον τρόπου που δούλευε ο Νικόλας, ο γιος του Γιώργη, και τα όσα έφτιαχνε. Καλός μάστορας και αυτός, έβαζε την αγάπη και το μεράκι της καρδιάς του στις κατασκευές του. Για να φτιαχτεί το σαμάρι, έπαιρνε τον κορμό ενός δέντρου και με τον καταρράχτη, ένα μεγάλο πριόνι που το δούλευαν δύο μαζί, τον έκοβε σε πλάκες, πάχους τεσσάρων εκατοστών. Στη συνέχεια, της ξεγύριζε, τις καθάριζε από τα περιττά μέρη μ’ ένα μικρότερο πριόνι. Πρώτα – πρώτα έφτιαχνε το μπροστινό κεφάλι, το μπροστάρι, και στη συνέχεια το πίσω, το σταυρό. Τρυπούσε και κάρφωνε πάνω του τα κουτσάκια, τους γάντζους, στα οποία έδεναν τα σχοινιά όταν φόρτωναν το σαμάρι. Στη συνέχεια προσάρμοζε τις παΐδες. Τα κουτσάκια τα έφτιαχναν οι φάβροι. Οι ίδιοι έφτιαχναν και τα καρφιά που χρειάζονταν για να καρφωθούν.
Τα μέτρα για να ταιριάζει το σαμάρι στο ζώο για το οποίο προοριζόταν, τα έπαιρνε με ένα κομμάτι ψαθί. Το ψαθί, παπίρι το έλεγαν, ερχόταν με την «Τουρλουρού» από το Μεσολόγγι. Μ’ αυτό γέμιζε τις στρωματίες και τις θηλιές που το εξωτερικό τους μέρος γινόταν από τσουβάλι και η προς τα μέσα πλευρά από μάλλινο ύφασμα, το σαμαροσκούτι.
Ο ξύλινος σκελετός του σαμαριού στολιζόταν με ασημένιες και χρυσές πρόκες που είχαν ένα μεγάλο προτεταμένο κεφάλι και που τις τοποθετούσε έτσι που να σχηματίζουν μορφές από ψάρια, πουλιά και αστέρια.
Στα εξαρτήματα του σαμαριού ήταν η πισιλίνα που αγκάλιαζε τα καπούλια του ζώου. Ήταν από φαρδύ δέρμα, το πανωκάπουλο, ενώ αυτό που έδενε πάνω στο σαμάρι ήταν από σχοινί.
Για να δεθεί το σαμάρι πάνω στο ζώο, έβαζαν από κάτω, στο μέρος της κοιλιάς, την ίγκλα, ένα πλατύ κορδόνι, που την έφτιαχναν από τρίχες γίδας ή από πετσί, στα μαγαζιά τους οι Σανπέτρος και Ζαχαρόπουλος».
Ζωντανός άνθρωπος ο ίδιος ο συγγραφέας, με γλώσσα καθαρή, με αίσθηση καλλιτεχνική και με συγγραφική ικανότητα, κατορθώνει να δώσει παλμό στο λόγο του. Η διάρθρωση της φράσης και της σύνθεσης μπορεί να μην υπακούει σε κανόνες της συγγραφικής τέχνης, όμως εξαρτάται από ψυχολογικούς συνειρμούς. Τα πρόσωπά του είναι υπάρξεις που μας είναι οικείες, που τις αναγνωρίζουμε, που καταλαβαίνουμε τη νοοτροπία τους, που δικαιολογούμε τις αντιδράσεις τους και μπορούμε να εξηγήσουμε τη συμπεριφορά τους.
Η αφήγησή του και η περιγραφή του τελειώνει συχνά με μια διάχυτη νοσταλγία για όλα όσα πέρασαν. Στα κεφάλαια «Τα παιχνίδια μας» και «Το ρολόι» τελειώνει:

“Όμορφα και ανέμελα παιδικά χρόνια,
γεμάτα σκανδαλιές και ελευθερία…
Εγώ τα αναπολώ και μαζί τους αναπολώ
τη γειτονιά μου και τους ανθρώπους της”

Το βιβλίο είναι γεμάτο και από αξιόλογους προσωπικούς στοχασμούς. Ο συγγραφέας επιμένει στην έννοια και τη σημασία του δεσμού ανάμεσα στους ανθρώπους, πιστεύει στην ανθρώπινη αδερφοσύνη και αλληλεγγύη. Όπως ο ίδιος υποστηρίζει για τους γειτόνους του: «Οι άνθρωποι εκείνοι δεν είχαν μέσα τους κακία και φθόνο. Ήταν απλοί, αγνοί, εύθυμοι, παρ’ όλη την οικονομική δυσπραγία που επικρατούσε… Τα χρόνια τότε παρουσίαζαν δυσκολίες. Ο κόσμος ζούσε με στερήσεις μα και με αξιοπρέπεια… Όσους έχουν φύγει για το αγύριστο ταξίδι τους σκέφτομαι όλους με αγάπη και όσους από τους παλιούς συναντώ, όσες φορές πηγαίνω στη γειτονιά, τους κοιτάζω με συμπάθεια και σεβασμό για τα όσα με τον τρόπο της ζωής τους μας έδωσαν». Κάπως έτσι στοχάζεται και ο Χένρυ Μίλλερ στο βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου». Γράφει εκεί για τους Έλληνες φίλους του: «Αγαπώ όλους αυτούς τους ανθρώπους, γιατί μου αποκάλυψαν τις αληθινές αναλογίες της ανθρώπινης υπάρξεως. Αγαπώ το χώμα όπου αναπτύχθηκαν, το δέντρο από όπου βλάστησαν, το φως μέσα στο οποίο άνθισαν, την καλοσύνη, την ακεραιότητα, την ευσπλαχνία που διαχύνονται από αυτούς. Μ’ έβαλαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον ίδιο τον εαυτό μου και μου έδειξαν με το παράδειγμά της πώς μπορεί να ζήσει κανείς τη ζωή τόσο μεγαλόπρεπα σε οποιαδήποτε κλίμακα, σε οποιοδήποτε κλίμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες».
Στο βιβλίο του Γιάννη Δεμάτη «Άγιος Λάζαρος. Η γειτονιά μου. Ταξίδια στα μονοπάτια του χθες», υπάρχουν σελίδες που ξεχωρίζουν για την έκφραση της συγκίνησης, για την απόδοση των διαθέσεων του συγγραφέα – σελίδες στις οποίες αναβρύζει το γέλιο, αλλά και σελίδες στις οποίες, περισσότερο και από τους ανθρώπους, είναι η ίδια η Ζάκυνθος που πρωταγωνιστεί. Είναι τόση η νοσταλγία του και τόση η αγάπη του, όταν γράφει για τα θέματα της γειτονιάς του, ώστε η ψυχή του πλημμυρίζει από συγκίνηση που εκφράζεται λυρικά και αποτυπώνεται σαν συναισθηματική δόνηση στο χαρτί.
Γιατί, ό,τι περιγράφεται από την απλή ζωή των ανθρώπων της γειτονιάς του, δεν περιγράφεται μόνο και μόνο για να περιγραφεί και να επιδειχθεί η εξωτερική του όψη, αλλά για να μορφοποιηθεί μια διάθεση της ψυχής, μια κατάσταση λυρική.
«Ο Άγιος Λάζαρος. Η γειτονιά μου» αποτελεί καταγραφή πραγμάτων και περιστατικών, χωρίς καμιά ψευτιά και καμιά υπερβολή στην έκφραση. Με το λίγο και με συγκρατημένο τρόπο ο συγγραφέας συγκεντρώνεται στην απόδοση και αναπαράσταση συγκεκριμένων πραγμάτων. Μπορεί, καμιά φορά, να επιμένει στην εξονυχιστική περιγραφή λεπτομερειών, όμως αυτό το κάνει συνειδητά, για να δείξει πιο παραστατικά και πιο έντονα σε τι μικρά πράγματα συνοψιζόταν η ζωή των ανθρώπων της γειτονιάς του. Και ενώ επιφανειακά είναι ένα υλικό που δεν υπόσχεται πολλά, εντούτοις η αξία του βρίσκεται στην καταγραφή και περιγραφή επαγγελμάτων που εξαφανίστηκαν στο πνεύμα της καλοσύνης που διαπερνά τις ιστορίες του, καθώς και στον τόνο της οικογενειακής και οικιακής ζωής.
Το ηθογραφικό και το χιουμοριστικό στοιχείο συνδυάζονται επιτυχημένα με την αφήγηση και την περιγραφή προσώπων και καταστάσεων, όπου η ζωή στο νησί, με την άμεση αίσθηση της φύσης και την άφεση μιας ξεγνοιασιάς, παρουσιάζει τη ζωηρή και χαριτωμένη πλευρά της και όπου τα πρόσωπα διαγράφονται με ζωντάνια και παρατηρητικότητα αξιοσημείωτες.
Ο συγγραφέας φανερώνεται επιδέξιος και ευχάριστος αφηγητής. Η παραστατικότητα και η διαύγεια του ύφους αξιοποιούν ακόμη και τις ασήμαντες ιστορίες. Μας δίνει ωραιότατες εικόνες από την καθημερινότητα της γειτονιάς και αυτό που κυριαρχεί είναι η χαρά, παρ’ όλες τις ανάγκες και ελλείψεις, μια καθημερινή πραγματικότητα που σφύζει από υγεία, η ομορφιά της ζωής που θέλει να ξεχνάει το δράμα. Σκοτεινά χρώματα, σκιές ή μελανές κηλίδες δεν υπάρχουν στα πρόσωπα. Όλα μέσα στο βιβλίο αντικρίζονται από τη χαρούμενη και εύθυμη πλευρά και η πιθανή δυστυχία κάποιων ανθρώπων μόλις που μαντεύεται από τον αναγνώστη ή θεληματικά υποβιβάζεται σε δεύτερο επίπεδο από το συγγραφέα. Όλη η γύρω του ζωή του δίνει αφορμές για τις περιγραφές του.
Αυτές οι παραστατικές περιγραφές, μαζί με τη ζωντανή διαγραφή των προσώπων, δημιουργούν με επιτυχία την ατμόσφαιρα της ζακυνθινής ζωής εκείνη την εποχή, σε κείνη τη γειτονιά.
Μέσα στις σελίδες του υπάρχει κέφι, υπάρχει χάρη, υπάρχει, προπαντός, η μεγάλη αγάπη του και η νοσταλγία του για τον τόπο, για τη γειτονιά του, για τη ζωή και τους ανθρώπους που έφυγαν, αλλά υπάρχει και η θλίψη για το καινούριο που δεν είναι καλύτερο και απογοήτευση για όσα επακολούθησαν.
Γιατί, όπως ο ίδιος εξηγεί, «… έγινε αναδασμός και ορισμένα σπίτια μεταφέρθηκαν σ’ άλλα σημεία. Τα καντούνια χάθηκαν, χαράχτηκαν καινούριοι δρόμοι, οι εκκλησίες της χάθηκαν κι όμως στους δρόμους, στα σπίτια και στα μαγαζιά κυκλοφορούσαν ακόμα οι ίδιοι άνθρωποι, χτυπούσαν ακόμα οι καρδιές με γνώριμους χτύπους, οι καρδιές των ευαίσθητων Αγιολαζαριωτών… Κι ύστερα ακολούθησε μια ισοπέδωση πολύ πιο καταστροφική από το σεισμό. Η ψυχοπνευματική αλλοτρίωση με το χάσιμο της προσωπικότητας της γειτονιάς.
Μ’ αυτές τις θύμησες τελειώνει το βιβλίο του ο συγγραφέας και εκφράζει την ευχή «οι θύμησες αυτές να είναι ένα θυμίαμα για τη χαμένη γειτονιά του και τους ανθρώπους της».
Ο Γιάννης Δεμέτης με το βιβλίο του «Άγιος Λάζαρος. Η γειτονιά μου», μας έκανε να λησμονήσουμε για λίγο τις ανησυχίες της σημερινής εποχής και μέσα από το λυρικό ύμνο της γειτονιάς του μας παρουσιάστηκε σαν ένας νοσταλγικός ιδαλγός μιας άλλης εποχής και μιας άλλης γειτονιάς, χωρίς επάρκεια υλικών αγαθών, μα πάμπλουτης σε ανθρωπιά, σε χαρά και σε όνειρα, που γεννιόνταν κάθε μέρα στην περίμετρο της γειτονιάς του, της γειτονιάς του Άϊ Λάζαρου, με τους απλούς ανθρώπους και την απλή ζωή τους που, πέρα από την καθημερινή τους προσπάθεια για την εξασφάλιση των απαραίτητων, συναγωνίζονταν στο πείραγμα, στη μάντσια και το τραγούδι, ίσως γιατί «έβλεπαν» πως αυτά έχουν αξία και πως η Ζάκυνθος, τελικά, είναι το μέρος που μόνο σ’ αυτό μπορούν να ζήσουν με αυτό το πνεύμα και μόνο εδώ μπορούν να απολαμβάνουν τα «αντέτια» τους.
Αυτό, άλλωστε, δεν επιθυμούσε και ο Τσακασιάνος, όταν αναρωτιόταν νοσταλγικά:
«Πού αντέτια; Πού Βλαχέραινα
σε ξέναις πολιτείαις;»

του Γιάννη Δεμέτη

ΧΡΗΣΙΜΑ




Σχολιάστε το άρθρο αφού συνδεθείτε στον λογαριασμό σας στο Facebook