Μεγάλα γλέντια ακούστηκαν, μοντέρνα ελπιδοφόρα,
όπου παλιά θα λέγανε, πήραν την κατηφόρα.
Άκουσα, τι δεν άκουσα, πεταλουδίσιες σβούρες,
για να γλυκάνουν το λαιμό, ρουφάγανε φυτούρες.
Και φύσα – ρούφα ζάχαρη, έτσι για να το στήσει,
όλοι το παίζαν το πουλί, για να τους κελαηδήσει.
Παιχνίδια και άλλα διάφορα, και χα χα και σφηνάκι,
σειρά χωρίς προτίμηση, παίζανε το τρενάκι.
Οι τσουφ με χάρη σκυβανε, οι τσαφ παίρνανε φόρα,
στην ανηφόρα πάει σιγά, τσουλάει στην κατηφόρα.
Μοντέρνα χρόνια η Ζάκυνθος, ε, ρε και που ΄σαι ακόμα,
κομψοί, γέροι, μεσήλικες, με το σκατί το χρώμα.
Κεφάλια κομψοτέχνημα, βαμμένα και τα φρύδια,
παντζάρια, μπροκολόζουμο, μέχρι και από αντίδια.
Μουστάκι, μαύρο κολοβό, και η τρίχα μεταξένια,
καημός μη μας προδώσουνε, τα άσπρα μας τα γένια.
Ωραία δείχνει η βαφή, το λέει και η Λίζα,
η μούρλια κορυφώνεται, που μεγαλώνει η ρίζα.
Μοντέρνα που είσαι Ζάκυνθος, με το Σταυρό στη Σχίζα,
αρέσει που το έχουμε, το χέρι μας στη πρίζα.
Σηκώνεται η τρίχα μας, και πίσω και μπροστά μας,
για αυτό είχανε ένταση, τα πάρτι τα γνωστά μας.
Όλοι ωραίοι, άψογοι, και εμείς και οι βαμμένοι,
και αυτοί οι μισογλέντηδες, όλοι ευτυχισμένοι




