Μεγάλη ανακάλυψη, φίλοι μου η γραβάτα
μα θέλει και την προσοχή, μη λερωθεί στα πιάτα.
Φοριέται στα επίσημα, σε γάμους, σε βαφτίσια
και ΄κει που μας εβάνουνε, βαθιά στα κυπαρίσσια.
Σε ξεγελάει από πολλά, ένας γραβατωμένος
μπορεί να ΄ναι ο πλούσιος, μπορεί και ο ξεπεσμένος.
Στολίζει την εμφάνιση, κρύβει τα από μέσα
και γενικά μπερδεύεσαι, σε ποιούς να δώσεις μπέσα.
Κρύβει πολλά το φούρκισμα, κυρίους και ρεμάλια
κοινωνικό επίπεδο, τα μαύρα μας τα χάλια.
Μία βιτρίνα γίναμε, στα αβαθή πατάμε
μόνο για τη γραβάτα μας, μη λερωθεί κοιτάμε.
Και τόσα που ΄ναι ορφανά, στο χρόνο και παλεύουν
μέσα στο ρέμα των καιρών, να κρατηθούν γυρεύουν.
Μεσ΄ στις βρωμιές τα βούλουκα, και στα αλισβερίσια
φωνάζουν, δεν υπάρχουνε, κορμιά παλικαρίσια;
Είναι σε μία σύσκεψη, σένιοι, γραβατωμένοι
κουφοί στην άμοιρη κραυγή, όλοι αφηρημένοι.
Θα λύσουν κάτι σοβαρό, το μάκρος τση γραβάτας
να μη βουτάει κάθε τρεις, στο λάδι τση σαλάτας.
Ω άμοιρη, ω Ζάκυνθος, μπαλώνεις τα κουρέλια
κι΄ όσο περνάει ο καιρός, γινόμαστε για γέλια.
Γιατί οι μεγάλοι σεβαστοί, τα ΄χουν με τση γραβάτες
και ΄μεις από την άλληνε, ζούμε με αυταπάτες.




