Αλήθεια πόσο ζωντανό, ήτανε το όνειρό μου
πολλές φορές για όλα αυτά, πονάει το ξερό μου.
Ήτανε λέει χάραμα, και μόνος στην πλατεία
εκοίταζα πού στέκεται, του Σολωμού η ματία.
Κοιτάει το παγοδρόμιο, κοιτάει παροπλισμένα
ή χάνεται στη θάλασσα, και τα ΄χει όλα χ…μένα;
Δεν έβλεπα πολύ καλά, με θάμπωναν τα φώτα
όταν με ξάφνιασε η φωνή, τί σε παιδεύει ρώτα.
Είπα να φύγω να χαθώ, φίλοι μου και παιδιά μου
μεγάλη η τρομάρα μου, ξεκόλλησε η καρδιά μου.
Ταράχτηκες πατρίδα μου, το χρώμα σου έχεις χάσει
δεν βλέπω πλέον τίποτα, το μάτι έχει χορτάσει.
Υπήρξα λένε ποιητής, σαν άγαλμα έχω χάρη
περνάνε, δείχνω θάλασσα, δεν παίρνουνε χαμπάρι.
Μοντέρνα χρόνια και καιροί, έχει αλλάξει η μόστρα
δεξιά μου παγοδρόμιο, αριστερά η Γκιόστρα.
Και ΄συ μεγάλε σκέφτεσαι, άραγε πού κοιτάει;
δυό βάσανα, δυό προβολείς, το φως τους με χτυπάει.
Λαβαίνω δόξα και τιμή, του κόσμου γύρε πόση
κι΄ αν πάνω μου δεν γράψανε, αυτό με έχει γλιτώσει.
Θέλω μιά χάρη άμεση, να σκάψετε πηγάδι
τη μέρα να ΄μαι υπόγεια, να βγαίνω στο σκοτάδι.
Για να ΄χετε αβερτοσιά, ξέρω σας πιάνω χώρο
και ΄γω την ησυχία μου, απ΄ τον καινούριο σπόρο.
Με πλατυφόρμα ασανσέρ, δεν θα ΄χει ούτε σημάδι
πλατεία για παρκάρισμα, στη θέση μου το βράδυ.
Σε κάθε τέτοιο όνειρο, με πιάνει το κεφάλι
αυτή η εξομολόγηση, σε σκέψεις με ΄χει βάλει.
Ακόμα κι΄ ένα άγαλμα, πέτρας καταλαβαίνει
αισθάνεται τα γύρω του, και ξέρει τί συμβαίνει.τ




