Οικονομική κρίση:
Μια προσέγγιση λίγο πιο πέρα από τον Μαρξ και μετά τον Κέινς*
του Ηλία Β. Μακρή, μέλους της Ν.Ε του ΣΥΡΙΖΑ Ζακύνθου.
Οι κρίσεις είναι σύμφυτες του καπιταλισμού. Αν δεν θέλουμε ξανά κρίση θα πρέπει να πάψει να υφίσταται καπιταλιστικό σύστημα. Μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα ο καπιταλιστής πρέπει να παράγει συνεχώς με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο με τον μεγάλο όγκο παραγωγής και την ελαχιστοποίηση της συμμετοχής του σε δαπάνες (μισθός, ασφάλιση, κ.λ.π). Όταν όμως οι μισθοί κρατούνται σε χαμηλά επίπεδα δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα με την κατανάλωση της παραγωγής, αφού ο κύριος όγκος των καταναλωτών είναι οι εργαζόμενοι. Ο καπιταλιστής ταυτόχρονα με την παραγωγή θα πρέπει να βρίσκει αγορές διάθεσης αυτών που παράγει και να αποφεύγει τη συσσώρευση πλεονασμάτων. Επιπλέον, θα πρέπει να συμπιέζει και το κέρδος προκειμένου να είναι ανταγωνιστικός στην αγορά. Όλα αυτά αποτελούν αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος που οδηγούν στις λεγόμενες κρίσεις. Ο Karl Marx είχε διαπιστώσει την αναγκαιότητα των κρίσεων για το καπιταλιστικό σύστημα θεωρώντας ότι μέσα από αυτές επιλύονται οι αντιφάσεις του συστήματος, όμως πίστευε ότι κάποια στιγμή οι συνεχείς κρίσεις θα αποτελέσουν και το λόγο της κατάρρευσης του καπιταλισμού.
Το κραχ του 29-30 και η σημερινή κρίση.
Η αντιπαραβολή της σημερινής κρίσης με αυτή του 1929-30, αναδεικνύει την κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.
Τι είχε συμβεί όμως το 1929;
Πολύ επιγραμματικά, το τότε κεφάλαιο αξιοποίησε στο έπακρο την τεχνολογία της εποχής συνδυαστικά με τον εργασιακό μεσαίωνα που κυριαρχούσε, με αποτέλεσμα να αυξήσει τον όγκο της παραγωγής πετυχαίνοντας έτσι την μείωση του κόστους των παραγόμενων προϊόντων, αλλά και την εξαθλίωση (ανεργία μεροκάματα πείνας) των εργαζομένων. Έτσι λοιπόν το κεφάλαιο τότε, κατάφερε μεν να παράγει μαζικά και με χαμηλό κόστος, αλλά αγνόησε την παράμετρο της κατανάλωσης, εφόσον οι εξαθλιωμένοι άνεργοι και εργαζόμενοι που είχε δημιουργήσει δεν είχαν τη δυνατότητα να καταναλώσουν. Το αντίδοτο σε αυτή την κρίση ήταν ο Κενσιανισμός, που ανέδειξε το εισόδημα ως την κυρίαρχη παράμετρο της κατανάλωσης και αποτέλεσε τη βάση της Μεικτής Οικονομίας και του κοινωνικού κράτους της Δ. Ευρώπης μεταπολεμικά έως και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος ευνόησε την όλη προσπάθεια. Το τοπίο στην ισοπεδωμένη Ευρώπη μετά τη λήξη του πολέμου ήταν ιδανικό για επενδύσεις, που σημαίνει προσαυξημένη ζήτηση εργατικών χεριών. Επιπλέον, η δραστική μείωση της προσφοράς εργασίας λόγω των νεκρών και αναπήρων του πολέμου συνηγορούσαν σε ανάπτυξη καλών εργασιακών σχέσεων και στην έξοδο των γυναικών από το νοικοκυριό στο μεροκάματο και το ελεύθερο επάγγελμα. Το πιθανότερο είναι ότι το Κεϊνσιανό μοντέλο, μετά τον πόλεμο, θα εφαρμόζονταν και αν ακόμη δεν υπήρχε η μεγάλη μορφή της οικονομικής επιστήμης, ο J.M. Keynes.
Η σημερινή κρίση δεν είναι το ίδιο αυθεντική. Αυτό που δημιούργησε την κρίση ήταν ότι στην προσπάθειά τους τα στελέχη των τραπεζών (golden boys) να πουλήσουν δάνεια, προκειμένου να πιάσουν τους στόχους τους, έδιναν δάνεια σε δανειολήπτες που δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αποπληρώσουν με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Οι τράπεζες τότε μετοχοποίησαν τα δάνεια και άρχισαν να πουλάνε τις μετοχές, και όταν τέλος πάντων αποκαλύφτηκε το πρόβλημα άρχισε η κατάρρευση μέσα από το χρηματιστήρια. Εδώ σε αντίθεση με το κραχ διαπιστώνεται ότι η κρίση αυτή δεν έχει να κάνει με μια λάθος στρατηγική του κεφαλαίου όπως το 1929. Η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του τυχοδιωκτισμού των στελεχών, εφόσον βέβαια πιστέψουμε όλα όσα έχουν γραφεί και ειπωθεί στα ΜΜΕ. Αν λοιπόν ο καπιταλισμός στη μονοκρατορία του «μπάζει» από παντού ως σύστημα, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πιθανά να διανύουμε την περίοδο της ίδιας της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος.
Είναι όμως έτσι; Ή απλά είναι και έτσι; Επιτρέψτε μου εδώ να παραθέσω κάποιους προσωπικούς και ίσως «αφελείς» προβληματισμούς:
Η κυβέρνηση Μπους αναγκάστηκε να κρατικοποιήσει τις δύο εταιρείες κολοσσούς τις Freddie Mac και Fannie Mae, ενώ την κυβέρνηση Ομπάμα την έχει πιάσει (και δικαίως) αμόκ δημοσίων επενδύσεων. Αλήθεια, πόσο πιο «αξιοπρεπές» για τη μητρόπολη του καπιταλισμού θα ήταν και πόσο φτηνότερα θα κόστιζε μια στεγαστική πολιτική ή κίνητρα για την απασχόληση των δανειοληπτών, ώστε να είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις δόσεις τους; Το ερώτημα που παραμένει είναι ποια θα είναι η κατάληξη των κρατικοποιημένων αμερικάνικων κολοσσών, Θα παραμείνουν κρατικές ή θα ιδιωτικοποιηθούν; Και ποιοι θα είναι αυτοί που θα αποκτήσουν την πλειοψηφία των μετοχών τους; Τα δυο μαζί ιδρύματα είχαν κύκλο εργασιών που αποτυπώνεται στο 45% των στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ και τα ακίνητα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ποιοι όμως έχουν τα λεφτά σήμερα; Ποιές είναι οι εταιρείες εκείνες στις ΗΠΑ που η κρίση δεν τις επηρεάζει και εξακολουθούν να αποκομίζουν κέρδη; Αν οι πετρελαϊκές εταιρείες συγκαταλέγονται στις κυριότερες από αυτές, μήπως θα έπρεπε να μας απασχολήσει ίσως σε τι θα μετεξελιχθούν, εφόσον το πετρέλαιο τελειώνει σε λιγότερο από 50 χρόνια; Σε τι δραστηριότητα θα επενδυθούν τα συσσωρευμένα πετρελαϊκά κεφάλαια; Τέλος, αν και το κεφάλαιο δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι είναι υπεράνω κερδών, ο εφιάλτης του ωστόσο δεν είναι το λογιστικό κλείσιμο με ζημίες, αλλά η στασιμότητα. Δηλαδή όταν δεν υπάρχει τρόπος να επανεπενδύσει τα συσσωρευμένα κέρδη.
Είναι εντελώς απίθανο να τεκμηριωθεί κάτι από αυτούς τους προβληματισμούς, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι τα χρήματα δεν εξατμίζονται, απλά αλλάζουν χέρια. Μέσα από τις συγχωνεύσεις, τις πολυεθνικές και το αλισβερίσι με τις μετοχές στα χρηματιστήρια βαδίζουμε σε μια απίστευτη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων παγκόσμια, έναν πρωτόγνωρο οικονομικό ολοκληρωτισμό και η κατάληξη θα είναι ένα συμβούλιο μεγαλομετόχων να αποφασίζει για τις τύχες όλων των ανθρώπων παγκόσμια. Τρεις είναι οι εταιρείες με δικαίωμα συμβολαίου στο εμβόλιο για τον ιό Η1Ν1. Περίπου ισάριθμες οι εταιρείες που ασχολούνται με τα μεταλλαγμένα υβρίδια και οι εταιρείες που ασχολούνται με την παραγωγή συνθετικών τροφών. Αυτό αν και ακούγεται ως σενάριο συνομωσίας, δεν έχει καμία σχέση με κάτι τέτοιο. Θεωρούμε ότι αποτελεί φυσιολογική εξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού, όπως ακριβώς τα καρτέλ αποτέλεσαν φυσιολογική εξέλιξη της αγοράς του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Η κρίση στην Ελλάδα:
Η Ελλάδα διαθέτει αγροτική παραγωγή που απαξιώνεται και χωρίς την βοήθεια της κρίσης, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ασφυκτιούσαν και πριν την κρίση, οικοδομική δραστηριότητα που παρουσιάζει πτώση και τέλος μαζικό τουρισμό, ο οποίος εξαρτάται από τις εταιρείες των tour operators και το διεθνές οικονομικό κλίμα, άρα τώρα είναι η εποχή που θα έπρεπε να μετράμε πιθανές συνέπειες από την κρίση. Ως γνωστό οι Ελληνικές τράπεζες δεν επένδυσαν στα τοξικά ομόλογα όπως άλλες τράπεζες της ΕΕ, παρουσίασαν μάλιστα ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία. Σήμερα αποτελεί επίσημη θέση ότι ο καταναλωτικός δανεισμός έχει χτυπήσει κόκκινο. Η ανάπτυξη δηλαδή της ελληνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια, ήταν μια ψευδαίσθηση, εφόσον βασίζονταν σε δανεικά. Δηλαδή και χωρίς την κρίση η Ελλάδα πάλι θα είχε κρίση. Μήπως στη χώρα μας τουλάχιστο, η κρίση ήλθε ως μάνα εξ ουρανού για να καλυφθεί η πραγματική κρίση που υπέβοσκε αρκετά χρόνια πριν; Πάντως ο κος Αλμούνια είπε και μια αλήθεια λίγο μετά το «Game over». Είπε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα φυσιολογικά θα έπρεπε να έχει τις ελαχιστότατες επιπτώσεις από αυτή την κρίση.
Μπορεί ο Κενσιανισμός να αποτελέσει τη διέξοδο και από αυτή την κρίση;
Με μια μικρή επιφύλαξη επειδή αναμένεται άμεσα η εξαγγελία των σχεδίων για την κρίση από τον πρωθυπουργό, θα ισχυριζόμαστε ότι μέχρι σήμερα, η επιχειρούμενη οικονομική πολιτική σχοινοβατεί πάνω στη διελκυστίνδα μιας οικονομικής αντίφασης. Από τη μία πρέπει να μειωθούν τα ελλείμματα και η νεοφιλελεύθερη συνταγή για κάτι τέτοιο είναι η περιστολή των δημοσίων δαπανών και η σκληρή λιτότητα, κατεύθυνση στην οποία πιέζει η ΕΕ λόγω του κοινού νομίσματος, ενώ από την άλλη η Κενσιανική συνταγή για διέξοδο από την κρίση είναι η τόνωση της αγοράς μέσα από την ενίσχυση των εισοδημάτων και την αύξηση των δημοσίων δαπανών για επενδύσεις, που θα επιφέρουν νέες θέσεις εργασίας, δηλαδή λιγότερους άνεργους και περισσότερα εισοδήματα άρα και αύξηση της κατανάλωσης. Η αύξηση της κατανάλωσης σε πρώτη φάση θα έχει επίπτωση την αύξηση των τιμών, αλλά αυτή ακριβώς η αύξηση των τιμών δημιουργεί κίνητρο για μεγαλύτερη ακόμη προσφορά προϊόντων, για πιο μεγάλη παραγωγή δηλαδή, η οποία εκτός από την εξισορρόπηση των τιμών, θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι παίρνει μπροστά η αναπτυξιακή μηχανή, στη θεωρία τουλάχιστο και ξεπερνιέται έτσι μια κρίση, μέχρι βέβαια μετά από μερικά χρόνια να έλθει η επόμενη κρίση.
Όμως, το ερώτημα μετατίθεται στο κατά πόσο είναι δυνατόν το μοντέλο του J.M.Keynes να εφαρμοστεί σήμερα; Ή με μια διαφορετική διατύπωση, κατά πόσο μια οικονομική πολιτική μπορεί να αποκαταστήσει διαταραγμένες ισορροπίες στην κυκλοφορία των ροών ανάμεσα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όλοι θέλουμε αύξηση μισθών και μείωση της ανεργίας, την τόνωση της αγοράς δηλαδή, όλοι επιθυμούν το κράτος πρόνοια που αποτελεί έμμεση ενίσχυση του εισοδήματος και γενικά οι κεϊνσιανές πολιτικές είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στους εργαζόμενους, αν και δίνουν λύσεις στο κεφάλαιο. Σήμερα αν ακολουθηθούν τέτοιες επιλογές χωρίς προϋποθέσεις, το πολύ–πολύ να χειροτερέψουν την κατάσταση με τα ελλείμματα και επιπλέον να δημιουργηθούν σοβαρότερα προβλήματα με την ΕΕ, λόγω των πληθωριστικών πιέσεων που θα ασκηθούν. Για παράδειγμα, μια απλή αύξηση των μισθών μεμονωμένα, όσο γενναία και να ήταν και όσο δίκαιο αιτούμενο κι αν αποτελεί, από μόνη της δεν θα έκανε απολύτως τίποτε εκτός του να προκαλέσει και πληθωριστικές τάσεις. Όσο για τις δημόσιες επενδύσεις, δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα εφόσον οι εργασιακές σχέσεις παραμένουν ως έχουν. Δηλαδή μια πιθανή αύξηση των δημοσίων επενδύσεων θα μείωνε τα ποσοστά ανεργίας από τα μητρώα του ΟΑΕΔ, αλλά δεν θα δημιουργούσε σοβαρές επιπτώσεις στην κατανάλωση εφόσον το δίχτυ των εργασιακών σχέσεων δεν θα επέτρεπε οι αμοιβές των υποαπασχολούμενων και των προγραμμάτων των stage να αυξήσουν τη ζήτηση των προϊόντων και να τονώσουν την αγορά. Χωριστά βέβαια από το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν προκαταβολικά εγκλωβίσει ένα μεγάλο μέρος των πιθανών αυξήσεων. Στην περίπτωση που θα διαφαίνονταν κάποιες αχνές έστω, θετικές επιπτώσεις στην κατανάλωση από πιθανή λήψη τέτοιων μέτρων, το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν μια αύξηση τιμών των προϊόντων, χωρίς όμως να υπάρξει συνέχεια, δηλαδή αυξητική τάση και στην παραγωγή. Προφανώς η απάντηση και πάντα με δεδομένο το πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, αποτελεί ο συνδυασμός αυξήσεων μισθών και δημοσίων επενδύσεων, με βασική προϋπόθεση τις εργασιακές σχέσεις και την προοπτική της επένδυσης. Οι εργασιακές σχέσεις αποκτούν μια μεγαλύτερη αξία για την οικονομική ανάπτυξη σήμερα, εφόσον ακούγονται προθέσεις για πολιτική Πράσινης Ανάπτυξης. Είναι αλήθεια ότι οι επενδύσεις στην πράσινη ανάπτυξη είναι επενδύσεις σε δραστηριότητες έντασης εργασίας. Συνεπώς, για να έχουν κάποιο αποτέλεσμα θα πρέπει προηγούμενα να έχουν αποκατασταθεί οι εργασιακές σχέσεις. Προφανώς, πράσινα ελαστικά ωράρια και πράσινη υποαπασχόληση δεν προσφέρουν τίποτε. Συνδυαστικά όμως με μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να ληφθούν και μέτρα σκληρής λιτότητας στη μίζα, την σπατάλη του δημοσίου και να φορολογηθούν επιτέλους και οι έχοντες. Σίγουρα η υπαγωγή κάποιων τραπεζών σε δημόσιο έλεγχο (αποϊδιωτικοποιήσεις) θα δημιουργούσε δυνατότητες άμεσης παρέμβασης της πολιτείας στην αγορά χρήματος. Ανάλογα θα πρέπει να προβληματίσει και η επαναφορά του δημόσιου χαρακτήρα σε επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, όπως για παράδειγμα η Ολυμπιακή ή ο ΟΤΕ. Για τα αναφερόμενα μέτρα που πολύ γενικά θίγονται εδώ, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τοποθετηθεί επανειλημμένα, αναλυτικά και τεκμηριωμένα και όχι μόνο σε επίπεδο προγραμματικών διακηρύξεων, αλλά και σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης εντός και εκτός βουλής.
Η αμφισβήτηση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η ύπαρξη οικονομικής δραστηριότητας προϋποθέτει αγαθά σε ανεπάρκεια και εδράζεται στην εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών. Στην πραγματικότητα όμως όχι μόνο αποδεικνύεται ανίκανη να καλύψει την βασική ανάγκη της παγκόσμιας επιβίωσης, αλλά αποτελεί πεποίθηση ότι ευθύνεται τόσο για τις κοινωνίες των χωρών του τρίτου κόσμου που πεθαίνουν από ασιτία, όσο και για τις οικονομικές ανισότητες στις κοινωνίες των ανεπτυγμένων χωρών που βιώνουν ψευδαισθήσεις οικονομικής ευημερίας με τη βοήθεια των οικονομικών δεικτών. Η γνωστή θέση ότι η αύξηση του πληθυσμού της γης αποτελεί ένα βασικό αίτιο της φτώχειας είναι αλήθεια, αλλά με την προϋπόθεση ότι θεωρούμε δεδομένο το θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς. Είναι κάπως όπως αυτό που λένε για τις αγελάδες, ότι δηλαδή ευθύνονται για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, επειδή το μεθάνιο που παράγουν όταν «αερίζουν» είναι πολύ περισσότερο από αυτό που παράγουν τα άλλα ζώα συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Είναι αλήθεια ότι το μεθάνιο είναι πολύ χειρότερος ρύπος από το διοξείδιο του άνθρακα και συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Όμως κι αν ακόμη ξεκληρίσουμε όλες τις αγελάδες και αντί μοσχαρίσιο μπιφτέκι και μπριζόλα τρώμε συνθετικά, δεν θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του θερμοκηπίου, αφού υπάρχουν τόσες άλλες και πολύ σοβαρότερες πηγές ρύπων. Θα εξαρτόμαστε από δυο τρεις εταιρείες που ασχολούνται με τέτοια τρόφιμα παγκόσμια και για να ευθυμήσουμε και λίγο, θα μπορούσε κάποιος ειδικός να εγγυηθεί ότι με συνθετικά τρόφιμα δεν θα αυξάναμε τις δικές μας εκπομπές μεθανίου;
Τέλος, η οικονομική δραστηριότητα αντί να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες αξιώνει τις υπηρεσίες ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου. Μήπως θα έπρεπε η οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα και με τον ορισμό της να υπηρετεί τις ανάγκες της νεολαίας μας, αντί να καλούνται οι νέοι μας να εκπαιδευτούν ώστε να υπηρετήσουν τις ανάγκες της παραγωγής; (π.χ εξειδίκευση από τα 15, δημιουργία του μηχανογραφικού υποψηφίου φοιτητή κατόπιν έρευνας αγοράς, εντατικοποίηση κ.λ.π). Συνεπώς, μένει να απαντηθεί ποίοι είναι οι πραγματικοί σκοποί της οικονομικής δραστηριότητας, όχι βέβαια στη θεωρία, αλλά στην εφαρμογή της.
Ζητούμενο σε οικονομικό επίπεδο, κατά την προσωπική άποψη του εισηγητή, αποτελεί η μετατόπιση κατά ένα μόλις βήμα πέρα από τον Marx και η παράκαμψη του Keynes. Ο K.Marx μπορεί να αμφισβήτησε τους καπιταλιστές ως ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, αλλά δεν αμφισβήτησε τον καπιταλιστικό σχεδιασμό. Είναι η ώρα να αμφισβητηθεί και ο καπιταλιστικός σχεδιασμός. Μοναδική βιώσιμη απάντηση αποτελεί η ουτοπία μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την σκοπιμότητα των κερδών, την εκμετάλλευση και ως εκ τούτου την περιβαλλοντική καταστροφή. Από όλα αυτά δηλαδή που συνιστούν την «ανάπτυξη», όπως εμμένουν να αποκαλούν την μεγέθυνση ακόμη και επίσημα χείλη, είτε αυτή η «ανάπτυξη» είναι νεοφιλελεύθερη είτε Κεϊνσιανή. Θα είναι μια κοινωνία όπου η κάθε δραστηριότητα θα υπηρετεί τις ανθρώπινες ανάγκες, η κοινωνία στην οποία θα έχει αποκατασταθεί το ενεργειακό πεδίο του ερωτικού ορμέμφυτου κατά τον Herbert Marcuse και έτσι οι άνθρωποι ισορροπημένοι πλέον, θα εργάζονται για να επιβιώνουν αξιοπρεπώς και να είναι αυτάρκεις. Θα είναι μια Ευαισθητοποιημένη κοινωνία ελεύθερων πολιτών και όχι η σημερινή συγχυσμένη αγέλη των καταναλωτών. Οι άνθρωποι αυτεξούσιοι και αυτοπροσδιοριζόμενοι θα ζουν την πραγματική ζωή και όχι την εικονική, αυτή των φοβικών πανδημιών και των απαραίτητων ψευδαισθήσεων.
*Το παρόν κείμενο αποτελεί εισήγηση που έγινε το Σάββατο 12-12-09 στην εκδήλωση για την οικονομική κρίση, από τους συλλόγους των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τους εργαζόμενους στα stage και στην καθαριότητα, την κίνηση ενάντια στον ρατσισμό και τον φασισμό, καθώς και τους πολιτικούς φορείς: ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥΑ, ΣΕΚ




