Ζάκυνθος, 12/02/2012   24ωρη ροή ειδήσεων από τη Ζακυνθινή επικαιρότητα, τα Ιόνια Νησιά και τους απόδημους Επτανήσιους ανά τον κόσμο.             Επικοινωνήστε με την Ημέρα

Κάτω απ’ τα βόλτα

Συντάκτης: Διονύσης Φλεμοτόμος    Θεματική κατηγορία: Συνεργασίες     Δημοσίευση: 30 Οκτωβρίου 2009

Ήταν πριν είκοσι, περίπου, ημέρες, όταν πήγα στο Μουσικό Γυμνάσιο του νησιού μας, για να δώσω μια πρόσκληση στην διευθύντριά του, την Μιμίκα την Σταμίρη, η οποία αφορούσε μια συγκέντρωση φορέων και παραγόντων για την Γκιόστρα του 2010, η οποία – όπως, σίγουρα, θα έχετε διαβάσει και από τις σελίδες της «Ημέρας τση Ζάκυθος», πραγματοποιήθηκε στις 14 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του Μητροπολιτικού μας Δήμου.
Μπήκα στο αχανές προαύλιο, όπου και άλλα πολλά στεγάζει και επειδή είχα να επισκεφθώ το απαραίτητο για τη Ζάκυνθο αυτό σχολείο κάποια χρόνια, από τον καιρό που σ’ αυτό ψυχή ήταν ο Νίκος ο Κεφαλληνός, στάθηκα κάπου και ρώτησα τον πρώτο διερχόμενο πού είναι το γραφείο της διευθύντριας.
«Να εκεί απέναντι, κάτω από τα βόλτα», μου απάντησε και μου έδειξε ευγενέστατα το μέρος όπου ζητούσα.
Δεν ήθελα να ρωτήσω περισσότερα, αλλά από τον τρόπο ομιλίας και μάλιστα από την χαρακτηριστική λέξη «βόλτα» κατάλαβα πως μάλλον πρόκειται για κερκυραίο. Αυτό δεν είναι βέβαια και δύσκολο, μια και οι κάτοικοι του νησιού των Φαιάκων, όπως και όλοι εξάλλου, οι μη προσβληθέντες από τον ιό του τουρισμού, επτανήσιοι, αγαπούσαν και – θέλω να πιστεύω – αγαπούν την μουσική και μ’ αυτήν κρατούν μια μακροχρόνια, χωρίς ρίξεις, ερωτικότατη σχέση.
Σαν έφτασα στο γραφείο της διευθύντριας, φίλης και παλιάς γειτόνισσας στην οδό Φωσκόλου, αλλά και ενασχολούμενης και με την ποίηση και κυρίως τις «Ομιλίες», την ρώτησα σχετικά, μια και είχα το θάρρος, και αυτή μου απάντησε πως πράγματι έχει στην δύναμη του σχολείου της έναν κερκυραίο, ο οποίος, μάλιστα, μόλις έφυγε.
Τα «βόλτα» της Κέρκυρας και οι «κολώνες» της Ζακύνθου, που είναι ένα και το αυτό, αλλά με διαφορετική ονομασία, είναι ένα απαραίτητο στοιχείο της ντόπιας, της ιόνιας, αρχιτεκτονικής. Δεν έχουν, δε, μόνο αισθητική προέλευση, επηρεασμένη από την πολλαπλή για τα νησιά σχέση και γειτνίαση με τη Δύση, αλλά και πρακτική χρεία, μια και τίποτα δεν γεννιέται δίχως σκοπό. Στις ατέλειωτες βροχές του χειμώνα και στις καυτές μέρες του θέρους γίνονται φυλακτήρια και προστατευτικά μέσα για τους διαβάτες και κάτω από αυτές εκτυλίσσεται η καθημερινότητα, αλλά και η επίσημη έκφραση των κατοίκων των ιόνιων αυτών νησιών.
Για το λόγο αυτό ας μακαρίζουμε αυτούς που μετά την πολλαπλή καταστροφή του Αυγούστου του 1953 και όταν σε πολλές στιγμές απαρνιόμασταν το παρελθόν μας, εναρμονιζόμενοι με την τσιμεντοποίηση της πρωτεύουσας, φρόντισαν και στον κεντρικό και πλέον εμπορικό μας δρόμο – τότε τον μοναδικό – την κάποτε πολύβουη και ιστορική Πλατεία Ρούγα, καθώς και στην παραλιακή Στράτα Μαρίνα – ποτέ από εδώ και πέρα δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω τις νεοελληνικές ονομασίες τους – αλλά και στο κομμάτι του δρόμου, που οδηγεί στην εντελώς άσχετη με την παράδοσή μας εκκλησία του Αγίου μας, η οποία έχει και τ’ όνομά του, να χτιστούν οι πατροπαράδοτες «κολώνες» και στην νέα μας, μετασεισμική πόλη να υπάρχει κάτι, έστω και με άψυχο μπετόν καμωμένο, που να θυμίζει την διαφορετικότητά μας και το λαμπρό μας παρελθόν.
Μα θέμα του σημερινού μας κειμένου δεν είναι οι «κολώνες» της Ζακύνθου, είτε τα «βόλτα» της Κέρκυρας. Αυτά στάθηκαν μόνο η αφορμή. Σκοπός του και σκοπός μας είναι η διατήρηση της τοπικής μας διαλέκτου και το πώς – αν γίνεται, βέβαια – θα μπορέσουμε να διασώσουμε την ντοπιολαλιά των προγόνων μας, σε εποχές επικίνδυνης τηλεοπτικής λαίλαπας, εγχώριας κενότητας και διπλά ερμηνευμένης παγκοσμιοποίησης.
Έζησα τα πρώτα νεανικά και εφηβικά μου χρόνια σε μια Ζάκυνθο, που λίγο μετά την καταστροφή, προσπαθούσε ν’ ανανήψει, ν’ αναγεννηθεί απ’ τις – κυριολεκτικές και μεταφορικές – στάχτες της, να μπορέσει και πάλι να ορθοποδήσει. Οι λέξεις που πρωτάκουσα ήταν αυτές οι δικές μας, όσες με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν, δανείστηκαν από τους διάφορους περαστικούς και ζακυνθινοποιήθηκαν. Τονίζαμε μ’ επιμονή την παραλήγουσα στις περισσότερες εκφράσεις μας, λέγαμε – δίχως εισαγωγικά – μεσάλα, φιόρα, κορέττο, ντεμέλλα, τραγουδάγαμε και μιλώντας. Δεν ντρέπομαι μάλιστα να πω – να γράψω δηλαδή -, αντίθετα το καυχιέμαι, πως θα ’πρεπε να πάω στην πρώτη Δημοτικού για να μάθω στο τότε αλφαβητάρι την λέξη «γιαγιά» – εδώ τα εισαγωγικά τα χρησιμοποιώ ηθελημένα – μια και μέχρι τότε μόνο το νόνα άκουγα και έτσι πάντα φώναζα την μητέρα και των δύο μου γονέων. Επίσης την λέξη «βαφτισιμιός» την γνώρισα στα δεκαοχτώ μου, σαν πήγα να σπουδάσω στην Αθήνα, γιατί πάντα ο φιότσος ήμουν της νουνάς μου και όλα τα παιδιά που είχαν βαφτίσει οι δικού μου – γονέοι και νόνοι – φιοτσίδια μας ήταν.
Εκτός Ζακύνθου – ή πιο σωστά εκτός Επτανήσου – πάθαινα με την γλώσσα αυτό ακριβώς που έπαθα, και όταν στην μακρινή – για μένα – Πρωτεύουσα ζήτησα να φάω στιφάδο. Μαθημένος απ’ το δικό μας και κυρίως από αυτό που είχα γευτεί πολλές φορές στο Μαχαιράδο, στο καλοκαιριάτικο πανηγύρι της Αγίας Μαύρας, το συνοδευόμενο απαραίτητα από φωτίες, καμπανίσματα και μουσικά κομμάτια της μπάντας, κυριολεκτικά απογοητεύτηκα σαν μου ήρθε μπροστά μου ένα πιάτο γεμάτο μικρά κρεμμύδια – κρομμύδια, μου τα είπαν – άσχετα εντελώς με την γεύση μου και τις γαστρονομικές μου απαιτήσεις. Το ίδιο συνέβηκε και με το αυγολέμονο, που το περίμενα πηχτό και ήρθε αραιό, σαν σκορπισμένη διαδήλωση, αλλά και με τις αγκινάρες, που αντί παραγιομάτες, ήταν αλλά πολίτα. Έτσι χάρηκα ιδιαίτερα σαν μια φίλη και συμφοιτήτρια κορφιάτισσα με κάλεσε σπίτι της και μου μαγείρεψε ραγού με χοντρό μακαρόνι και πιο πολύ όταν στο δρόμο, που γυρίζαμε μου είπε ότι κάνει γιάτσο, γιατί ένοιωσα οικεία και αισθάνθηκα ασφάλεια, φανάστηκα τον Βέρντι να επικρατεί και αντί ρετσίνα, τα χείλι μου δροσίστηκαν με ρομπόλα και βερντέα.
Δεν ξέρω αν σήμερα μπορεί αυτή η τοπική έκφραση να συνεχιστεί. Αν με την ντοπιολαλιά της Ζακύνθου, της Κέρκυρας, αλλά και όλων των άλλων ιόνιων νησιών, που πολύ συγγενικές είναι, μπορούν να συνεννοηθούν και να επικοινωνήσουν οι νεώτεροι κάτοικοί τους, οι μαθημένοι εκτός από την τηλεοπτική και σε μια με αγγλική σύνταξη νεοελληνική. Αυτό, όμως, που πρέπει απαραίτητα να γίνει είναι η διατήρηση της Επτανησιακής ιδιαιτερότητας, όχι στην στείρα μορφή της επανάληψης και της αντιγραφής ή επαναφοράς, αλλά στην εναρμόνισή της στο σήμερα και στην προσαρμογή της στους καιρούς μας.
Αν κάποιος διαβάσει τους σύγχρονους ζακυνθινούς ποιητές και ψάξει το βάθος και την ουσιαστική ταυτότητα της δουλειάς τους, θα δει πως μόνο με τους κερκυραίους μοιάζουν και μαζί τους έχουν κοινή αισθητική, κοινές απόψεις και κοινές δημιουργικές εμμονές. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η τέχνη και κυρίως η επιγραμματικότητα της ποίησης εκφράζει την ποιότητα του λαού που την δημιούργησε και αντανακλά τις ευαισθησίες του. Η παραπάνω ομοιότητα θα πει πως τα εφτά νησιά του Ιονίου, η κάποτε και στην ουσία Δυτική Ελλάδα, ακόμα κρατούν ιδιαιτερότητες και ακόμα αντιστέκονται με μια δική τους ταυτότητα. Σκοπός μας πρέπει να είναι να την διατηρήσουμε και να την καλλιεργήσουμε.
Γι’ αυτό ανατριχιάζω και λυπάμαι κάθε που ακούω την απλούστευση για την υπαγωγή μας σε περιφέρεια με πρωτεύουσα την Πάτρα, με δικαιολογία την ευκολία μας.
Πιστεύω πως τα Επτάνησα πρέπει να μείνουν ενωμένα διοικητικά, για να μπορέσουν να διατηρηθούν και πολιτιστικά. Αν αυτό είχε γίνει από την αρχή, από τον καιρό που ενώθηκαν με την Ελλάδα, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά, όχι μόνο γι’ αυτά, αλλά και για ολόκληρη την νεοελληνική δημιουργία. Αυτό, όμως, αντικρούει την κοντόφθαλμη πολιτική, κάτι που πάντα ήταν επιδημία στην χώρα μας.
Όσο για τα «βόλτα» ή τις «κολώνες» πρέπει να παραμείνουν στην θέση τους και στα χείλη μας και να ξαναειπωθεί ο κεντρικός μας δρόμος, αυτός που τα συνεχίζει και τα διατηρεί, Πλατεία Ρούγα. Έτσι για να υπάρχει συνέχεια. Για να μην ξεκινήσουμε από το μηδέν. Για να υπάρξουμε.

ΧΡΗΣΙΜΑ




Σχολιάστε το άρθρο αφού συνδεθείτε στον λογαριασμό σας στο Facebook