Ζάκυνθος, 17/05/2012   24ωρη ροή ειδήσεων από τη Ζακυνθινή επικαιρότητα, τα Ιόνια Νησιά και τους απόδημους Επτανήσιους ανά τον κόσμο.             Επικοινωνήστε με την Ημέρα

Τα ομώνυμα μια συνένευξης

Θεματική κατηγορία: Σχόλια     Δημοσίευση: 10 Σεπτεμβρίου 2009

Το Καλοκαίρι, χρόνια τώρα, προσπαθώ να το βιώσω – και στο ρήμα αυτό αποδίδω όλες τις σημασίες του – όσο γίνεται πιο ξέγνοιαστα, όσο μπορώ πιο έντονα. Ξυπνώ, λοιπόν, αργά, πίνω σιγά – σιγά τον καφέ μου – έχω ξεγράψει οριστικά τον φραπέ -, πηγαίνω στην θάλασσα, όπου κολυμπώ με τις ώρες και τα βράδια βλέπω φίλους και γνωστούς, που πάντα τέτοιον καιρό είναι πολλοί και ενδιαφέροντες, μια και την εποχή αυτή όλοι ξεχνούν την επιβαλλόμενη αστυφιλία τους και επιστρέφουν, έστω και περιστασιακά, στις ρίζες τους και την καταγωγή τους.
Επίσης την περίοδο αυτή της ραστώνης και της ξεκούρασης κόβω τις χειμερινές μου συνήθειες, νηστεύω από επίκτητες συναλλαγές και προσπαθώ, όσο γίνεται, να είμαι απαλλαγμένος από εξαρτήσεις. Γι’ αυτό, μετά το θερινό ηλιοστάσιο και όταν στην άκρη της αυλής μου το αποτύπωμα της στάχτης από την φωτιά του Λουμπαρδιάρη μου θυμίζει την έναρξη της περιόδου της ελευθερίας, βγάζω από την πρίζα την τηλεόραση, γυρίζω οριστικά το κουμπί του ραδιοφώνου μου στην συχνότητα του Τρίτου Προγράμματος – παρά τις όποιες, χάριν της ακροαματικότητας, λαϊκές παρασπονδίες του – και προ πάντων δεν αγοράζω εφημερίδα.
Σαν έρθει, όμως, το τέλος του – κατά και Ελύτη – «μήνα και θεού» Αύγουστου, εκεί λίγο μετά τις κανονιές της απόδοσης της γιορτής του Αγίου μας και τότε που απελπιστικά καταλαβαίνουμε την ελαχιστοποίηση της μέρας, αρχίζω να ξαναμπαίνω στους χειμωνιάτικους ρυθμούς μου, αποκτώ και πάλι τις καθημερινές μου συνήθειες και προ πάντων – ψυχολογικά πρώτα – προσπαθώ να ετοιμαστώ για την αναπόφευκτη υποταγή.
Γι’ αυτό το λόγο κάθε αρχή Σεπτέμβρη – συν τοις άλλοις – επιστρέφοντας από την θάλασσα – αυτήν την αποχαιρετώ πάντα με το πρώτα κρύα του Νοέμβρη – σταματώ στο περίπτερο και αγοράζω εφημερίδα. Την χαίρομαι, μάλιστα, κυριολεκτικά, στην ατελείωτη γαλήνη του φθινοπωριάτικου δειλινού, όταν τα τζαντζαμίνια – και όχι τα γιασεμιά, επιμένω – μοσχοβολούν πιο έντονα και σαν ο ιδρώτας, ο προερχόμενος από την καθημερινή μαλάτσα της αποκορύφωσης του Θέρους, έχει πάψει πια να ενοχλεί και να εμποδίζει.
Απαραίτητες συνήθειες μου από εδώ και πέρα η «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής, με την βελτιωμένη «Βιβλιοθήκη» του Γιώργου Χρονά, «Τα Νέα» του Σαββάτου και κάποιες εκδόσεις της Κυριακής, με απαραίτητη την «Καθημερινή», για την γραφή του Παντελή Μπουκάλα και μόνο. Έτσι από προέκταση της φύσης γίνομαι και πάλι πολίτης!
Αυτό ακριβώς έκανα και το περασμένο Σάββατο, το πρώτο του Σεπτέμβρη, αλλά όχι και του Φθινόπωρου, μια και αυτό θα έρθει οριστικά λίγο αργότερα, με την ομώνυμη ισημερία. Πήρα, όπως καταλάβατε, «Τα Νέα» και με την πρόωρη δύση του ήλιου άρχισα να τα ξεκοκαλίζω.
Ιδιαίτερα στάθηκα στον ένθετο «Ταχυδρόμο» και πιο πολύ σε μια συνέντευξη του πολυτάλαντου – είναι μουσικός, συνθέτης, συγγραφέας και πολλά άλλα – Αλέξανδρου Βούλγαρη, ο οποίος στα 28 του χρόνια, εκφράζει, πιστεύω, άριστα και την γενιά του και την εξέλιξη, αυτά, δηλαδή, όπου οι προσκολλημένοι δεν αντιλαμβάνονται, αλλά και συχνά, από ανασφάλειες, πολεμούν, μη μπορώντας ν’ ακολουθήσουν τις – σημαντικές, εννοείται, πάντοτε – εξελίξεις.
Πρέπει, βέβαια, από την αρχή να πούμε πως ο Αλέξανδρος είναι γιος του γνωστού σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη και της σημαντικής συγγραφέως Ιωάννας Καρυστιάνη, που ο «Άγιος της μοναξιάς» της ταιριάζει άριστα με την εποχή που – και ημερολογιακά – ζούμε.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει και πολλά, μια και κάτω από την μηλιά δεν πέφτει πάντα μήλο, αλλά συχνά φυτρώνουν γαϊδουράγκαθα. Φαίνεται, όμως, πως στην περίπτωση αυτή η λαϊκή παροιμία επιβεβαιώνεται και πως η καλλιτεχνική φλέβα επάξια συνεχίζεται. Όσοι διάβασαν αυτή τη συνέντευξη και εξακολουθούν να σκέφτονται αυτόνομα σίγουρα θα το έχουν καταλάβει.
Επειδή, πιστεύω, η σκέψη δεν έχει σύνορα και η αλήθεια ιθαγένεια, σας μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό της, για μένα, σημείο και θα προσπαθήσω να το επαληθεύσω, μεταφέροντάς το στα πολύπαθα καθ’ ημάς.
Λέει, λοιπόν, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης σε κάποιο σημείο της αξιοπρόσεκτης, για πολλούς λόγους, συνέντευξής του: «Δεν είναι γοητευτική η Ομόνοια, είναι άρρωστη. Σαν μια κοπέλα που της αρέσει να την πλακώνουν στο ξύλο και να την βιάζουν. Έχουμε συνηθίσει σε πάρα πολύ άσχημα πράγματα. Να μας δουλεύουν οι πολιτικοί, να μένουμε σ’ ένα πολύ βρώμικο μέρος, να συμπεριφερόμαστε άσχημα. Το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε και προσόν». Αμφιβάλετε;
Η Ομόνοια είναι το κέντρο της πατρίδας μας, η καρδιά της. Θέλουμε, δεν θέλουμε είναι ο καθρέφτης μας, η εικόνα μας, η ταυτότητά μας. Αυτή απεικονίζει την πραγματικότητά μας. Σ’ αυτήν περικλείνεται η μικρογραφία και η ουσία της ζωής μας. Αν αυτή «είναι άρρωστη», ο γενικός θάνατος εγκυμονεί. Η παρακμή μπορεί να είναι αναπόφευκτη. Και δεν έχουμε άλλα περιθώρια να ωραιοποιούμε τη συμφορά μας.
Δεν ξέρω γιατί, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, στο νου μου σχηματίστηκε η εικόνα του δικού μας τόπου, της δικής μας ιδιαίτερης, μικρής πατρίδας. Αβίαστα – ή πιο σωστά αυτόματα – σκέφτηκα πως και αυτή είναι «μια κοπέλα που της αρέσει να την πλακώνουν στο ξύλο και να την βιάζουν».
Είναι, ίσως, που κι εμείς, ακολουθώντας αναπόφευκτα την νεοελληνικά πραγματικότητα, παρά την μακραίωνη και τόσο διαφορετική ιστορία μας και τον, κατά κοινή ομολογία, μεγάλο, ιδιάζοντα πολιτισμό μας, τμήμα πια συγκοινωνούντων δοχείων, με τηλεοπτική, πολιτική ρηχότητα και προσαρμογή στο επίφοβο, που «το έχουμε συνηθίσει και το θεωρούμε και προσόν», δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε και – κυρίως λόγω έλλειψης ουσιαστικής παιδείας – δεν έχουμε την δύναμη ν’ αντιδράσουμε και να σωθούμε.
Αν η πρωτεύουσα ασθενεί, η επαρχία ψυχομαχάει. Αν το θέλετε διαφορετικά «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι».
Παλιότερα στις πλατείες μας ακούγονταν οι γνώριμοι ήχοι από τις όπερες του Βέρντι. Οι πριν από μας τους γνώριζαν και τους αγαπούσαν. Χωρίς ταξικές διακρίσεις μάλιστα, κάνοντας πράξη την μη ταξική μορφή της τέχνης. Σήμερα είμαστε ικανοποιημένοι από την περίληψη και συρρίκνωση που αναμασά τα «παιδιά του Πειραιά». Γεμίζουμε την ευτέλεια των λαϊκών βάρδων. Αποθεώνουμε την μετριότητα της δήθεν ψυχαγωγίας. «Έχουμε συνηθίσει σε πολύ άσχημα πράγματα».
Αν σκεπάσουμε την αλήθεια, αν την ωραιοποιήσουμε κινδυνεύουμε από τον αφανισμό. Μας απειλεί η οριστική πτώση.
«Συμβαίνουν πράγματα στην Αθήνα, απλά δεν πάει κανείς», λέει σε ένα άλλο μέρος της συνέντευξής του ο Αλέξανδρος Βούλγαρης και δυσοίωνα συνεχίζει: «Όλοι θέλουν να συμβούν πράγματα, αλλά δεν κάνουν κάτι γι’ αυτό. Ειδικά το εναλλακτικό κοινό. Δεν αγαπάει στην ουσία τίποτα». Σκεφτείτε λίγο πιο ελεύθερα και θα δείτε το πώς όλα αυτά συμβαίνουν και στην μικρή μας κοινωνία. Μεγάλες κουβέντες και στην ουσία το απόλυτο κενό.
Όλοι παραδεχόμαστε την κατάντια μας στις συνοδευόμενες από ένα φλιτζάνι καφέ ή ένα ποτήρι κρασί συζητήσεις μας, αλλά κανείς δεν κάνει το πρώτο βήμα. Ούτε το «εναλλακτικό κοινό». Αντίθετα ωραιοποιούμε την πτώση μας, μελώνουμε την θλίψη μας, πιστεύουμε μεγάλο το ελάχιστο.
Το κάθε νέο είναι καλύτερο από το χθεσινό. Ας βρούμε τη δύναμη να το καταλάβουμε.
Ο θάνατος ή η ζωή είναι προσωπική μας υπόθεση, δική μας επιλογή.
Αλλά, όπως πάντα, «πολλοί οι κλητοί, ολίγοι οι εκλεκτοί». Διαλέγουμε και παίρνουμε.
Καλό μας χειμώνα.

ΧΡΗΣΙΜΑ




Συνδεθείτε στο λογαριασμό σας στο Facebook για να σχολιάσετε το άρθρο